ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΜΕΡΟΣ Β-ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ



ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)
Μερος Β



ΕΡΜΗΣ
Απάντησέ μου και σε κάτι ακόμη. Πώς ενώ είσαι τυφλός – θα τολμήσω να το πω – και επιπλέον χλωμός και αργοκίνητος, έχεις τόσους εραστές, ώστε όλοι να έχουν στραμμένα τα μάτια επάνω σου και, αν σε αποκτήσουν, να νομίζουν πως είναι καλότυχοι, ενώ, αν δεν τα καταφέρουν, να μην ανέχονται πια τη ζωή τους;
Ξέρω όμως καλά ότι κι εσύ ο ίδιος θα ομολογούσες, αν έχεις κάποια συναίσθηση του εαυτού σου, ότι δεν είναι στα καλά τους, αυτοί που έχουν ξετρελαθεί με έναν τέτοιο αγαπητικό.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Νομίζεις ότι αυτοί με βλέπουν έτσι όπως είμαι, κουτσό ή τυφλό ή με όσα άλλα χαρακτηριστικά έχω;

ΕΡΜΗΣ
Αλλά πώς, Πλούτε, αν δεν είναι και αυτοί τυφλοί;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν είναι τυφλοί, αγαπητέ μου, αλλά ή άγνοια και η απάτη, που τώρα επικρατούν παντού, σκοτεινιάζουν το μυαλό τους· αλλά και εγώ ο ίδιος, για να μην είμαι εντελώς άσχημος, τους συναντώ βάζοντας μια πολύ αξιαγάπητη μάσκα, χρυσοποίκιλτη και γεμάτη πολύτιμα πετράδια, και φορώντας πολύχρωμα ρούχα· κι αυτοί, νομίζοντας ότι βλέπουν αυτούσια την ομορφιά, με ερωτεύονται και, αν δεν με αποκτήσουν, καταστρέφονται. Αν όμως κάποιος με έδειχνε σ’ αυτούς ολόγυμνο, είναι φανερό ότι θα αναγνώριζαν, κατηγορώντας τον εαυτό τους, ότι έχουν πρόβλημα όρασης σε τέτοια πράγματα, και ότι είναι ερωτευμένοι με πράγματα ανάξια για έρωτα και άσχημα.

ΕΡΜΗΣ
Γιατί λοιπόν συμβαίνει να εξαπατώνται ακόμη κι όταν είναι ήδη πλούσιοι και φορούν οι ίδιοι τη μάσκα, και, αν κάποιος προσπαθούσε να τους τη βγάλει, ευκολότερα θα έδιναν το κεφάλι τους παρά τη μάσκα;
Δεν είναι λογικό να μην ξέρουν ακόμη και τότε ότι η ομορφιά είναι επίπλαστη, από τη στιγμή που βλέπουν τα πάντα από μέσα.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Όταν κάποιος, συναντώντας με για πρώτη φορά, ανοίξει διάπλατα την πόρτα και με δεχτεί, μπαίνουν κρυφά μαζί μου η έπαρση και η ανοησία και η υπεροψία και η μαλθακότητα και η αναίδεια και η απάτη και μυριάδες άλλα.
Καθώς λοιπόν η ψυχή του καταλαμβάνεται από όλα αυτά, θαυμάζει αυτά που δεν είναι αξιοθαύμαστα, και επιθυμεί αυτά που θα έπρεπε να αποφεύγει, και μένει έκθαμβος μπροστά σ’ εμένα, τον πατέρα όλων εκείνων των κακών που μπήκαν μέσα και με περιφρουρούν, και θα προτιμούσε να υποφέρει οτιδήποτε παρά να αντέξει να με αποχωριστεί.

ΕΡΜΗΣ
Πόσο λείος είσαι και γλιστερός, Πλούτε, πόσο δύσκολα κρατιέσαι και πόσο εύκολα ξεφεύγεις, χωρίς να διαθέτεις ένα σίγουρο πιάσιμο, αλλά κι εγώ δεν ξέρω πώς δραπετεύεις μέσα από τα δάχτυλα, όπως τα χέλια ή τα φίδια.
Αντίθετα η Φτώχεια είναι κολλώδης και ευκολόπιαστη και έχει φυτρωμένα από όλο το σώμα της μυριάδες αγκίδες, ώστε, μόλις κάποιος την πλησιάσει, αμέσως πιάνεται και δεν μπορεί εύκολα να ελευθερωθεί.
Λοιπόν, ας προσγειωθούμε πια στην Αττική.
Αυτός εκεί ο Τίμωνας σκάβει εδώ κοντά ένα μικρό ορεινό κτήμα, γεμάτο πέτρες.Πω πω, είναι κοντά του και η Φτώχεια και ο πασίγνωστος Κόπος, καθώς και η Καρτερικότητα και η Σοφία και η Ανδροπρέπεια και ο αντίστοιχος συρφετός όλων αυτών που είναι κάτω από τις διαταγές της Πείνας, πολύ καλύτεροι από τους δικούς σου σωματοφύλακες.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Πού τον πηγαίνεις αυτόν, Αργοφονιά, κρατώντας τον από το χέρι;

ΕΡΜΗΣ
Έχουμε σταλεί από τον Δία σ’ αυτόν εδώ τον Τίμωνα.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Τώρα έρχεται ο Πλούτος στον Τίμωνα, αφού εγώ τον πήρα σε κακή κατάσταση από τη Μαλθακότητα και παραδίδοντάς τον σ’ αυτούς εδώ, στη Σοφία και τον Κόπο, τον ανέδειξα εκλεκτό και πανάξιο άνδρα;
Σας φαίνεται άραγε ότι εγώ η φτώχεια μπορώ να περιφρονηθώ και να αδικηθώ τόσο εύκολα, ώστε να μου πάρετε το μόνο μου απόκτημα, επεξεργασμένο με ακρίβεια για την αρετή, για να τον πάρει πάλι ο Πλούτος και, παραδίδοντάς τον στην Αναίδεια και την Έπαρση, να τον καταντήσει, όπως παλιά, μαλθακό και αναξιοπρεπή και ανόητο, και, όταν θα έχει γίνει πια κουρέλι, να μου τον επιστρέψει πάλι;
ΕΡΜΗΣ
Έτσι αποφάσισε, Φτώχεια, ο Δίας.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Φεύγω. Κι εσείς, Κόπε, Σοφία και οι υπόλοιποι, ακολουθήστε με. Όσο γι’ αυτόν, σύντομα θα καταλάβει τι λογής σύντροφο θα εγκαταλείψει, καλή συνεργάτιδα και δασκάλα των καλύτερων, μαζί με την οποία, αν έμενε, θα ήταν υγιής στο σώμα, δυνατός στη σκέψη, ζώντας ανδροπρεπή ζωή και βασιζόμενος μόνο στον εαυτό του, θεωρώντας ξένα, όπως και είναι, αυτά τα πολλά περιττά πράγματα.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Ποιοι είστε, καταραμένοι; Τι θέλετε και ήρθατε εδώ πέρα α ενοχλήσετε έναν άνθρωπο δουλευτή και μεροκαματιάρη;

ΕΡΜΗΣ
Μας έστειλε ο Δίας, ως απάντηση στις προσευχές σου. Με το καλό λοιπόν, δέξου τον πλούτο αφήνοντας στην άκρη τις κοπιαστικές δουλειές.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Και εσείς θα κλάψετε τώρα, κι ας είστε και θεοί, όπως λέτε· γιατί μισώ όλους μαζί τους ανθρώπους και τους θεούς. Κι αυτόν εδώ τον τυφλό, όποιος κι αν είναι, μου φαίνεται πως θα τον τσακίσω με το δικέλλι.

ΕΡΜΗΣ
Μην κάνεις καμιά ανοησία, Τίμωνα, αλλά άφησε στην άκρη αυτήν τη μεγάλη αγριότητα και τραχύτητα, άπλωσε τα χέρια σου και πάρε την καλή σου τύχη και γίνε πάλι πλούσιος, ο πρώτος από τους Αθηναίους, και περιφρόνησε εκείνους τους αχάριστους, έχοντας μόνο εσύ την καλοτυχία.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Δεν σας χρειάζομαι καθόλου. Μη με ενοχλείτε.Μου είναι αρκετός πλούτος το δικέλλι, και κατά τα άλλα είμαι τρισευτυχισμένος, αν δεν με πλησιάζει κανείς.
ΕΡΜΗΣ
Ήταν βέβαια εύλογο να είσαι μισάνθρωπος, μια και έπαθες τόσο φοβερά πράγματα από τους ανθρώπους, όχι όμως και μισόθεος, αφού οι θεοί σε φροντίζουν τόσο.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Σ’ εσένα, Ερμή, και στον Δία χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φροντίδα, αλλά αυτόν εδώ τον Πλούτο δεν θα ήθελα να τον δεχτώ.

ΕΡΜΗΣ
Μα γιατί;

ΤΙΜΩΝΑΣ
Γιατί αυτός παλαιότερα μου προξένησε πάμπολλες συμφορές: με παρέδωσε σε κόλακες, με περιτριγύρισε με δολοπλόκους, ξεσήκωσε μίσος εναντίον μου, με διέφθειρε με καλοπέραση, με κατάντησε αντικείμενο φθόνου, και στο τέλος ξαφνικά με εγκατέλειψε τόσο αναξιόπιστα και προδοτικά.
Αντίθετα η αξιότιμη Φτώχεια, γυμνάζοντάς με συστηματικά με πολύ αντρίκειες κοπιαστικές εργασίες και συντροφεύοντάς με με αλήθεια και ελευθερία έκφρασης, φρόντιζε να μου εξασφαλίζει με τον κόπο μου τα απαραίτητα και να με εκπαιδεύει να περιφρονώ τα πολλά εκείνα, εξαρτώντας τις ελπίδες της ζωής μου μόνο από τον ίδιο τον εαυτό μου, και δείχνοντάς μου ποιος ήταν ο δικός μου πλούτος, που δεν θα μπορούσε να μου τον αφαιρέσει ούτε κόλακας καλοπιάνοντας με, ούτε συκοφάντης εκφοβίζοντάς με, ούτε όχλος που εξοργίστηκε, ούτε μέλος της συνέλευσης που ψήφισε, ούτε τύραννος που μηχανορράφησε.
Δυναμωμένος λοιπόν από τις κοπιαστικές εργασίες, καθώς καλλιεργώ φιλόπονα αυτό το χωράφι, χωρίς να βλέπω καμιά από τις ασχήμιες της πόλης, έχω αρκετά τρόφιμα διαρκώς από το δικέλλι μου.
Επομένως πάρε το δρόμο της επιστροφής, Ερμή, πηγαίνοντας τον Πλούτο πίσω στον Δία.

ΕΡΜΗΣ
Άσε όμως τα δύστροπα και παιδιάστικα, και δέξου τον Πλούτο. Δεν είναι για πέταμα τα δώρα που στέλνει ο Δίας.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θέλεις, Τίμωνα, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου μπροστά σου, ή θα θυμώσεις, μόλις αρχίσω να μιλώ;

ΤΙΜΩΝΑΣ
Λέγε, όχι όμως με πολυλογίες, ούτε με προοίμια, όπως οι κατεργάρηδες οι ρήτορες. Αν πεις λίγα, θα σε ανεχτώ, για χάρη αυτού εδώ του Ερμή.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θα χρειαζόταν βέβαια ίσως και να μακρηγορήσω, μια και με κατηγόρησες για τόσα πολλά. Ωστόσο δες αν πραγματικά σε έχω αδικήσει, όπως λες, εγώ που ήμουν η αιτία για τις πιο ευχάριστες εμπειρίες σου, για εκδηλώσεις τιμής και προεδρική θέση και τιμητικά στεφάνια και κάθε άλλη καλοπέραση, καθώς εξαιτίας μου ήσουν αξιοθαύμαστος και περίφημος και περιζήτητος. Αν όμως έπαθες κάτι κακό από τους κόλακες, δεν σου φταίω εγώ. Το αντίθετο μάλιστα, εγώ αδικήθηκα από σένα σ’ αυτό, γιατί με άφησες τόσο ατιμωτικά στη διάθεση τρισκατάρατων ανθρώπων, που σε επαινούσαν και σε ξεγελούσαν και μηχανορραφούσαν εναντίον μου με κάθε τρόπο.
Όσο για το τελευταίο που είπες, ότι σε πρόδωσα, αντίθετα εγώ θα μπορούσα να σε κατηγορήσω γι’ αυτό, που διώχτηκα με κάθε τρόπο από σένα και πετάχτηκα κατακέφαλα έξω από το σπίτι σου. Να γιατί η αξιότιμη Φτώχεια σου φόρεσε αυτό το τομάρι, αντί για μαλακό μανδύα.
Άλλωστε είναι μάρτυράς μου αυτός εδώ ο Ερμής, πώς θερμοπαρακαλούσα τον Δία να μην έρθω σ’ εσένα, που μου είχες φερθεί τόσο εχθρικά.

ΕΡΜΗΣ
Βλέπεις όμως τώρα, Πλούτε, τι λογής άνθρωπος έχει γίνει; Μη διστάζεις λοιπόν να μείνεις μαζί του.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Πρέπει να πειστώ, Ερμή, και να ξαναπλουτίσω. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς, όταν οι θεοί τον αναγκάζουν; Πρόσεξε όμως σε τι βάσανα με βάζεις, τον κακότυχο, που, ενώ μέχρι τώρα ζούσα τρισευτυχισμένος, θα αποκτήσω ξαφνικά τόσο πολύ χρυσάφι, χωρίς να έχω κάνει κάτι κακό, και θα φορτωθώ τόσο μεγάλες έγνοιες.

ΕΡΜΗΣ
Αποδέξου το, Τίμωνα, για χάρη μου, ακόμη κι αν είναι δύσκολο και ανυπόφορο, ώστε οι κόλακες εκείνοι να σκάσουν από τη ζήλια τους.
Κι εγώ θα πετάξω πάνω από την Αίτνα προς τον ουρανό.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Αυτός έφυγε, όπως συμπεραίνω από το φτεροκόπημα. Κι εσύ περίμενε εδώ· φεύγοντας θα σου στείλω τον Θησαυρό· ή καλύτερα χτύπα.
Εσένα λέω, Θησαυρέ από χρυσάφι, υπάκουσε σ’ αυτόν εδώ τον Τίμωνα και άφησε τον εαυτό σου να σε βγάλει έξω. Σκάβε, Τίμωνα, χτυπώντας βαθιά.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Εμπρός λοιπόν, δικέλλι μου, δυνάμωσε τώρα και μην αποκάμεις να προσκαλείς τον Θησαυρό από το βάθος στην επιφάνεια.
Ω Δία αξιοθαύμαστε και αγαπητοί μου Κορύβαντες και κερδοφόρε Ερμή, που βρέθηκε τόσο χρυσάφι;
Μήπως αυτά είναι τάχα όνειρο; Φοβάμαι μήπως ξυπνήσω και βρω μπροστά μου κάρβουνα. Κι όμως, είναι χρυσάφι σε νομίσματα, κοκκινωπό, βαρύ και με απολαυστικότατη όψη.
Θα αγοράσω ολόκληρη αυτή την απόμακρη περιοχή, θα χτίσω για τη φύλαξη του θησαυρού έναν μικρό πύργο, που θα είναι αρκετός μόνο για να μένω εγώ, και μου φαίνεται πως τον ίδιο θα έχω και για τάφο, όταν πεθάνω.
Ας αποφασιστούν αυτά και ας νομοθετηθούν για την υπόλοιπη ζωή μου: αποφυγή οποιασδήποτε επικοινωνίας και γνωριμίας· περιφρόνηση σε όλους· ο φίλος, ο φιλοξενούμενος, ο σύντροφος και ο βωμός της Συμπόνιας είναι ανοησίες· το να λυπηθώ κάποιον που κλαίει ή να βοηθήσω κάποιον που έχει ανάγκη είναι παρανομία και παράβαση των κανονισμών· διαβίωση μοναχική, όπως των λύκων, και φίλος μόνο ένας: ο Τίμωνας. Όλοι οι άλλοι, εχθροί και μηχανορράφοι· και η συνομιλία με κάποιον απ’ αυτούς, μόλυνση.
Ας πλουτεί μόνο ο Τίμωνας και ας περιφρονεί τους πάντες και ας καλοπερνάει μόνος με τον εαυτό του, απαλλαγμένος από κολακείες και ενοχλητικούς επαίνους.
Και ας έχει το εξαιρετικά ευχάριστο όνομα “Μισάνθρωπος”, καθώς χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του θα είναι δυστροπία και τραχύτητα και αναισθησία και οργή.  
Τον νόμο τον εισηγήθηκε ο Τίμωνας, ο γιος του Εχεκρατίδη από τον δήμο του Κολλυτού, τον υπερψήφισε στη συνέλευση ο Τίμωνας ο ίδιος”.
Ωστόσο, και τι δεν θα ’δινα για να για να γνωστοποιηθούν αυτά με κάποιο τρόπο σε όλους, ότι δηλαδή είμαι πάμπλουτος· το γεγονός αυτό θα ήταν θηλιά στο λαιμό τους.

Ακολουθεί Γ’ μέρος

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ -ΣΑΤΙΡΑ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια