ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΜΕΡΟΣ Α-ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ


ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

Μερος Α



ΤΙΜΩΝ
Αυτά λοιπόν, αξιοθαύμαστε, πότε θα πάψεις να τα παραβλέπεις με τόση αδιαφορία, και πότε επιτέλους θα τιμωρήσεις την τόσο εκτεταμένη αδικία; Πόσες τιμωρίες τύπου Φαέθοντα ή Δευκαλίωνα είναι αρκετές για μια ζωή τόσο ξεχειλισμένη από αλαζονεία;
Και για να αφήσω τα κοινά και να μιλήσω για τα δικά μου, εμένα, που εξύψωσα τόσους Αθηναίους και από πάμφτωχους τους ανέδειξα πλούσιους, και που βοήθησα όλους όσους είχαν ανάγκη, ή καλύτερα που σκόρπισα το σύνολο του πλούτου μου ευεργετώντας τους φίλους μου, όταν γι’ αυτό τον λόγο έγινα φτωχός, αυτοί ούτε καν με γνωρίζουν πια, ούτε καν γυρίζουν να με κοιτάξουν εκείνοι που προηγουμένως συστέλλονταν και προσκυνούσαν και κρεμόταν από ένα νεύμα μου…
Άλλοι πάλι, βλέποντάς με από μακριά, αλλάζουν δρόμο έχοντας την εντύπωση πως θα δουν ένα δυσάρεστο και δυσοίωνο θέαμα, αυτόν που πριν λίγο καιρό είχε γίνει σωτήρας και ευεργέτης τους.
Από τις συμφορές μου λοιπόν αποτραβήχτηκα σ’ αυτή την απόμακρη περιοχή, φόρεσα ένα τομάρι, και καλλιεργώ τη γη μεροκαματιάρης για τέσσερις οβολούς τη μέρα, φιλοσοφώντας μαζί με την ερημιά και το δικέλλι μου. Μου φαίνεται πως εδώ τουλάχιστον θα έχω αυτό το κέρδος, το να μην βλέπω άλλο πια πολλούς να καλοπερνούν χωρίς να το αξίζουν· γιατί αυτό θα ήταν ακόμη πιο δυσάρεστο.

ΔΙΑΣ
Ποιος είναι αυτός, Ερμή, που φωνάζει από την Αττική, κοντά στον Υμηττό, στους πρόποδες, εντελώς λερωμένος και ακάθαρτος και ντυμένος με τομάρι; Είναι σκυμμένος, νομίζω, και σκάβει· φλύαρος άνθρωπος και θρασύς.Μάλλον φιλόσοφος θα είναι· αλλιώς δεν θα μιλούσε με τόση ασέβεια εναντίον μας.

ΕΡΜΗΣ
Τι λες πατέρα; Δεν ξέρεις τον Τίμωνα, τον γιο του Εχεκρατίδη από τον δήμο του Κολλυτού;Είναι αυτός που πολλές φορές μας έκανε το τραπέζι με άψογες θυσίες, ο νεόπλουτος, αυτός που θυσίαζε εκατό ολόκληρα βόδια μαζί, που συνηθίζαμε στο σπίτι του να γιορτάζουμε με λαμπρότητα τα Διάσια.

ΔΙΑΣ     Πω, πω, τι αλλαγή! Εκείνος ο ωραίος, ο πλούσιος, που τον περιτριγύριζαν τόσοι φίλοι;
Μα τι έπαθε και κατάντησε έτσι, ακάθαρτος, αξιολύπητος, και σκαφτιάς και μεροκαματιάρης;

ΕΡΜΗΣ
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον κατέστρεψε η εντιμότητά του και η φιλανθρωπία και η συμπόνια για όλους αυτούς που είχαν ανάγκη, η αλήθεια όμως είναι ότι τον κατέστρεψε η απερισκεψία και η αφέλεια και η έλλειψη ευθυκρισίας στην επιλογή των φίλων του, καθώς δεν καταλάβαινε ότι έδειχνε εύνοια σε κοράκια και λύκους.
Γι’ αυτό λοιπόν σκαφτιάς και τομαροντυμένος, όπως βλέπεις, έχοντας εγκαταλείψει την πόλη από ντροπή, καλλιεργεί τη γη με μεροκάματο, μέσα στη μαύρη θλίψη για τις συμφορές του, καθώς αυτοί που έγιναν πλούσιοι εξαιτίας του τον προσπερνούν με υπεροψία, χωρίς να ξέρουν ούτε καν το όνομά του, αν λέγεται Τίμωνας.

ΔΙΑΣ
Ασφαλώς δεν πρέπει να τον παραβλέψουμε τον άνθρωπο, ούτε να τον παραμελήσουμε· με το δίκιο του ήταν αγανακτισμένος μέσα στη δυστυχία του. Αλλιώς, θα συμπεριφερθούμε κι εμείς σαν τους καταραμένους εκείνους κόλακες, αν ξεχάσουμε έναν άνθρωπο που έκαψε για χάρη μας στους βωμούς τόσα τετράπαχα μεριά από ταύρους και γίδες·
Ωστόσο εξαιτίας των φροντίδων και της μεγάλης φασαρίας εκείνων που καταπατούν τους όρκους τους και χρησιμοποιούν βία και αρπαγή, καθώς και εξαιτίας του φόβου των ιερόσυλων – που είναι πολλοί και δύσκολα φυλάγεται κανείς απ’ αυτούς, και δεν μας αφήνουν ούτε για λίγο να κλείσουμε τα μάτια μας – εδώ και πολύ καιρό ούτε που γύρισα να κοιτάξω στην Αττική, ιδιαίτερα από τότε που περίσσεψε ανάμεσά τους η φιλοσοφία και οι λογομαχίες· γιατί καθώς μαλώνουν μεταξύ τους και φωνάζουν, δεν μπορεί κανείς ούτε τις προσευχές να ακούσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έτυχε να τον παραμελήσουμε, ενώ δεν είναι ανάξιος λόγου.
Πάρε λοιπόν τον Πλούτο, Ερμή, και πήγαινε γρήγορα κοντά του. Ο Πλούτος να πάρει και τον Θησαυρό μαζί του και να μείνουν και οι δύο κοντά στον Τίμωνα και να μη φύγουν τόσο εύκολα, ακόμη κι αν από εντιμότητα τους διώχνει πάλι από το σπίτι.
Όσο για εκείνους τους κόλακες και την αχαριστία που του έδειξαν, θα εξετάσω πάλι το ζήτημα και θα τιμωρηθούν, μόλις επισκευάσω τον κεραυνό μου.
Στο μεταξύ όμως κι αυτή η τιμωρία θα είναι αρκετή γι’ αυτούς, να βλέπουν τον Τίμωνα πάμπλουτο.

ΕΡΜΗΣ
Πόσο σημαντικό ήταν το να φωνάζει κανείς δυνατά και να είναι ενοχλητικός και θρασύς. Δεν είναι χρήσιμο μόνο γι’ αυτούς που δικηγορούν, αλλά και γι’ αυτούς που προσεύχονται. Ορίστε, τώρα αμέσως θα γίνει πλούσιος από πάμφτωχος ο Τίμωνας, επειδή φώναξε και εκφράστηκε ελεύθερα στην προσευχή, και τράβηξε την προσοχή του Δία. Αν όμως έσκαβε σκυμμένος σιωπηλά, ακόμη θα έσκαβε παραμελημένος.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Εγώ όμως, Δία, δεν πρόκειται να πάω σ’ αυτόν.

ΔΙΑΣ
Γιατί, αξιότιμε Πλούτε, και μάλιστα ενώ εγώ έδωσα την εντολή;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Γιατί, μα τον Δία, με κακομεταχειριζόταν και με ξαπόστελνε και με κατακομμάτιαζε, και μάλιστα ενώ ήμουν φίλος του πατέρα του, και μόνο που δεν με έσπρωχνε με δικράνια έξω από το σπίτι, όπως αυτοί που πετούν κάτι αναμμένο από τα χέρια τους. Να πάω λοιπόν πάλι, για να παραδοθώ σε παράσιτους και κόλακες και πόρνες;

ΔΙΑΣ
Δεν πρόκειται πια να σου κάνει κάτι τέτοιο ο Τίμωνας· πολύ καλά τον έχει δασκαλέψει το δικέλλι, αν δεν είναι εντελώς αναίσθητος στη μέση του, ότι εσένα έπρεπε να προτιμήσει από τη φτώχεια.
Εσύ όμως μου φαίνεται πως είσαι πολύ γκρινιάρης· τώρα κατηγορείς τον Τίμωνα, επειδή σου άνοιγε διάπλατα τις πόρτες και σε άφηνε να τριγυρνάς ελεύθερος, χωρίς ούτε να σε περιορίζει ούτε να σε ζηλεύει· άλλες φορές όμως, αντίθετα, αγανακτούσες με τους πλούσιους, λέγοντας ότι σε κλειδαμπαρώνουν με μάνταλα και κλειδιά και σφραγίδες, ώστε να μη σου είναι δυνατό ούτε να ξεμυτίσεις στο φως. Αυτά μου παραπονιόσουν, λέγοντας ότι παθαίνεις ασφυξία μέσα στο πολύ σκοτάδι.
Και γενικά η κατάσταση σου φαινόταν εντελώς αφόρητη, να μένεις παρθενικά κλεισμένος μέσα σε έναν μπρούτζινο ή σιδερένιο θάλαμο, όπως η Δανάη, και να ανατρέφεσαι από αυστηρούς και κακότροπους παιδαγωγούς, τον Τόκο και τον Υπολογισμό.
Έλεγες λοιπόν ότι ήταν παράλογο αυτό που έκαναν, να είναι υπερβολικά ερωτευμένοι μαζί σου και, ενώ μπορούν να σε χαρούν, να μην το τολμούν, ούτε να απολαμβάνουν ελεύθερα τον έρωτά τους, ενώ έχουν το δικαίωμα, αλλά να σε περιφρουρούν άγρυπνοι, με τα   μάτια καρφωμένα στη σφραγίδα και στο μάνταλο … Πώς λοιπόν δεν είναι άδικα αυτά που κάνεις, προηγουμένως να τα κατηγορείς εκείνα, και τώρα να εγκαλείς τον Τίμωνα για τα αντίθετα;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Κι όμως, αν αναζητήσεις την αλήθεια, θα καταλήξεις ότι εύλογα κάνω και τα δύο. Και αυτή η πολύ χαλαρή στάση του Τίμωνα θα φαινόταν λογικά ότι αποτελεί αδιαφορία και όχι ευνοϊκή αντιμετώπιση μου· αλλά και αυτούς που με κρατούν με κλειδαμπαρωμένες πόρτες μέσα στο σκοτάδι, φροντίζοντας να τους γίνω παχύτερος και καλοθρεμμένος και υπέρμετρος, χωρίς ούτε οι ίδιοι να με αγγίζουν ούτε να με βγάζουν στο φως, ώστε να μην μπορεί κανείς ούτε να με δει, τους θεωρούσα ανόητους και αδιάντροπους, που με αφήνουν να σαπίζω μέσα σε τέτοια δεσμά, ενώ δεν έχω κάνει τίποτε κακό, και δεν ξέρουν ότι έπειτα από λίγο θα φύγουν αφήνοντας με σε κάποιον άλλο καλότυχο. Ούτε λοιπόν εκείνους τους επαινώ ούτε όσους είναι πολύ απλόχεροι μ’ εμένα, αλλά αυτούς που, όπως είναι το καλύτερο, θα βάλουν ένα μέτρο στο ζήτημα, και ούτε θα κρατιούνται εντελώς μακριά μου ούτε θα με διασκορπίζουν ολότελα.
Γι’ αυτό κι εγώ αγανακτώ, επειδή μερικοί με κλοτσούν περιφρονητικά και με καταβροχθίζουν και με αποτελειώνουν, ενώ μερικοί άλλοι με κρατούν αλυσοδεμένο σαν σημαδεμένο δραπέτη δούλο.

ΔΙΑΣ
Γιατί λοιπόν αγανακτείς εναντίον τους; Και στις δύο πλευρές αντιστοιχεί καλή τιμωρία· στη μια μένοντας, όπως ο Τάνταλος, χωρίς να πίνουν και χωρίς να γεύονται και με ξηρό το στόμα, χάσκοντας μόνο πάνω από το χρυσάφι, ενώ στην άλλη έχοντας, όπως ο Φινέας, τις Άρπυιες να τους αρπάζουν την τροφή μέσα από το στόμα. Πήγαινε όμως, για να συναντήσεις πια τον Τίμωνα πολύ πιο μυαλωμένο.

ΕΡΜΗΣ
Ας πηγαίνουμε, Πλούτε. Τι έπαθες; Κουτσαίνεις; Δεν το είχα προσέξει, λεβέντη μου, ότι είσαι όχι μόνο τυφλός, αλλά και κουτσός.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν μου συμβαίνει πάντοτε αυτό, Ερμή, αλλά όποτε πηγαίνω σε κάποιον σταλμένος από τον Δία, δεν ξέρω πως, είμαι αργός και κουτσός και στα δύο πόδια, με αποτέλεσμα δύσκολα να φτάνω στο τέρμα, αφού έχει ήδη γεράσει αυτός που με περιμένει, ενώ όποτε χρειάζεται να φύγω, θα με δεις να πετάω, πολύ πιο γρήγορα από τα όνειρα.
ΕΡΜΗΣ
Δεν είναι αλήθεια αυτά που λες· εγώ τουλάχιστον μπορώ να σου πω για πολλούς, που χθες δεν είχαν ούτε έναν οβολό για να αγοράσουν θηλιά να κρεμαστούν, και σήμερα ξαφνικά είναι πλούσιοι και σπάταλοι, κυκλοφορώντας με άμαξα που τη σέρνει ένα ζευγάρι άσπρα άλογα, ενώ δεν είχαν ποτέ ως τώρα ούτε καν γαϊδούρι. Κι όμως, τριγυρνούν με πορφυρά ρούχα και χρυσά δαχτυλίδια, χωρίς ούτε και οι ίδιοι, φαντάζομαι, να πιστεύουν ότι δεν είναι όνειρο ο πλούτος τους.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Αυτό είναι διαφορετικό, Ερμή, και τότε δεν βαδίζω με τα δικά μου πόδια, ούτε με στέλνει σ’ αυτούς ο Δίας, αλλά ο Πλούτωνας, που είναι και ο ίδιος πλουτοδότης και γενναιόδωρος· το δηλώνει άλλωστε και με το στόμα του. Όταν λοιπόν χρειαστεί να μετακομίσω από τον έναν στον άλλον, με βάζουν σε μια διαθήκη, με σφραγίζουν προσεκτικά, με φορτώνονται και με μεταφέρουν.Όταν λοιπόν αφαιρεθεί η σφραγίδα και κοπεί η λινή κλωστή και ανοιχτεί η διαθήκη και ανακηρυχθεί ο καινούργιος μου αφέντης, ή κάποιος συγγενής ή κόλακας ή θηλυπρεπής δούλος του σπιτιού, εκείνος λοιπόν, οποιοσδήποτε κι αν είναι, αρπάζοντάς με μαζί με τη διαθήκη τρέχει κρατώντας με.Κι αυτός πέφτοντας με τα μούτρα επάνω μου, άνθρωπος ακαλαίσθητος και αγροίκος, που ακόμη ανατριχιάζει τις αλυσίδες και τεντώνει τα αφτιά του αν κάποιος περαστικός χτυπήσει άσκοπα το μαστίγιο, και προσκυνάει τον μύλο όπως το Ανάκτορο, είναι πια ανυπόφορος σε όσους συναπαντά: προσβάλλει τους ελεύθερους και μαστιγώνει τους συντρόφους του δούλους, για να δοκιμάσει αν επιτρέπεται και σ’ αυτόν να κάνει τέτοια πράγματα, μέχρις ότου πέσει στα δίχτυα κάποιου πορνιδίου ή επιθυμήσει την εκτροφή αλόγων ή παραδώσει τον εαυτό του σε κόλακες, που ορκίζονται ότι αυτός είναι πιο όμορφος από τον Νιρέα, πιο ευγενής από τον Κέκροπα ή τον Κόδρο, πιο συνετός από τον Οδυσσέα, και πιο πλούσιος από δεκαέξι Κροίσους μαζί, με αποτέλεσμα να διασκορπίσει μέσα σε μια στιγμή αυτά που συγκεντρώθηκαν λίγο λίγο με πολλές επιορκίες και αρπαγές και πανουργίες.

ΕΡΜΗΣ
Περιγράφεις σχεδόν ακριβώς αυτά που γίνονται. Όταν όμως περπατάς με τα δικά σου πόδια, πώς βρίσκεις τον δρόμο, ενώ είσαι έτσι τυφλός; ή πώς ξεχωρίζεις αυτούς στους οποίους τυχόν σε στέλνει ο Δίας κρίνοντας πως είναι άξιοι να γίνουν πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
           
Νομίζεις πως βρίσκω ποιοι είναι; Όχι και πολύ, μα τον Δία· γιατί αλλιώς δεν θα άφηνα τον Αριστείδη για να βρεθώ κοντά στον Ιππόνικο και τον Καλλία και σε πολλούς άλλους Αθηναίους που δεν αξίζουν ούτε δεκάρα.

ΕΡΜΗΣ
Και τι λοιπόν κάνεις, όταν σε στέλνει κάτω;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Περιπλανιέμαι τριγυρνώντας πάνω κάτω, μέχρι που, χωρίς να το καταλάβω, πέφτω επάνω σε κάποιον. Κι αυτός, οποιοσδήποτε κι αν με συναντήσει πρώτος, με παίρνει στο σπίτι του και με κρατάει, προσκυνώντας εσένα, τον Ερμή, για το απροσδόκητο κέρδος.

ΕΡΜΗΣ
Επομένως ο Δίας έχει εξαπατηθεί, νομίζοντας ότι εσύ κάνεις πλούσιους όσους, κατά τη δική του εκτίμηση, θεωρεί ότι είναι άξιοι να είναι πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Και πολύ δικαιολογημένα, αγαπητέ μου, αφού, ξέροντας ότι είμαι τυφλός, με έστελνε να αναζητήσω ένα τόσο δυσεύρετο πράγμα, που έχει εκλείψει από τη ζωή εδώ και καιρό, ένα πράγμα που ούτε ο Λυγκέας δεν θα μπορούσε να το βρει εύκολα, καθώς είναι τόσο δυσδιάκριτο και μικρό. Επειδή λοιπόν οι καλοί είναι λίγοι, ενώ οι κακοήθεις είναι πάρα πολλοί και κατέχουν τα πάντα στις πόλεις, ευκολότερα πέφτω πάνω σε τέτοιους, καθώς τριγυρνώ, και πιάνομαι στα δίχτυα τους.

ΕΡΜΗΣ
Έπειτα όμως, όταν τους εγκαταλείπεις, πώς φεύγεις τόσο εύκολα, ενώ δεν ξέρεις τον δρόμο;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Τότε με κάποιον τρόπο αποκτώ οξύτατη όραση και γερά πόδια μόνο για την περίοδο της φυγής.


Ακολουθεί Β’ μέρος

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ -ΣΑΤΙΡΑ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΗΤΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια