Περί της θλίψης ( ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ)


Περί της θλίψης


Είμαι από τους πλέον απαλλαγμένους από αυτό το πάθος.
Ούτε μου αρέσει, ούτε το σέβομαι, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν αποφασίσει, λες και η αξία του είναι αδιαπραγμάτευτη, να το τιμούν με ιδιαίτερη εύνοια. Με αυτό ντύνουν τη σοφία, την αρετή, τη συνείδηση: ανόητο και τερατώδες στολίδι.
Γιατί η θλίψη είναι ιδιότητα πάντα βλαβερή, πάντα άλογη, και καθώς είναι πάντα ευτελής και χαμερπής, οι Στωικοί απαγορεύουν στους οπαδούς τους να την αισθάνονται.
Όμως, ο θρύλος λέει πως ο Ψαμμήνιτος, βασιλιάς της Αιγύπτου, όταν νικήθηκε και συνελήφθη από τον Καμβύση, βασιλιά της Περσίας, βλέποντας να περνάει από μπροστά του η αιχμαλωτισμένη κόρη του ντυμένη δούλα, σταλμένη να βγάλει νερό από το πηγάδι, ενώ γύρω του όλοι οι φίλοι του έκλαιγαν και οδύρονταν, στάθηκε ακίνητος και αμίλητος, με τα μάτια στυλωμένα στο χώμα. Βλέποντας στη συνέχεια ύστερα από λίγο ότι οδηγούσαν τον γιο του για θανάτωση, διατήρησε αυτή την ίδια συμπεριφορά. Όταν όμως διέκρινε έναν από τους οικογενειακούς φίλους του να τον πηγαίνουν μεταξύ των αιχμαλώτων, άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του και να πενθεί σφόδρα.
Αυτό θα μπορούσε να συγκριθεί με ό,τι συνέβη προσφάτως σε έναν από τους πρίγκιπές μας, ο οποίος, ακούγοντας στο Τρέντο όπου βρισκόταν, τα μαντάτα για το θάνατο του πρωτότοκου αδερφού του – ενός αδερφού όμως που ήταν το στήριγμα και το καύχημα ολάκερου του σπιτικού του – και ύστερα από λίγο πληροφορήθηκε το θάνατο ενός δευτερότοκου, που ήταν η δεύτερη ελπίδα του, άντεξε σε αυτά τα δύο χτυπήματα με παραδειγματική καρτερία. Όταν όμως έτυχε, μερικές μέρες αργότερα, να πεθάνει ένας από τους ανθρώπους του, αφέθηκε να τον παρασύρει αυτό το τελευταίο συμβάν και εγκαταλείποντας την αυτοσυγκράτησή του, έπεσε σε πένθος και σε θρήνους, σε σημείο που ορισμένοι έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αυτή η τελευταία συμφορά τον είχε αγγίξει κατάκαρδα. Ωστόσο, η αλήθεια ήταν ότι, επειδή τα άλλα τον είχαν γεμίσει και πληρώσει λύπης, η ελάχιστη προσθήκη στο φορτίο του έσπασε τα φράγματα της αντοχής του. Θα μπορούσε κανείς (λέω) να κρίνει με τον ίδιο τρόπο την ιστορία μας, αν δεν υπήρχε η προσθήκη πως, όταν ο Καμβύσης ρώτησε τον Ψαμμήνιτο γιατί, αφού δεν είχε συγκινηθεί από την κακοτυχία του γιου και της κόρης του, είχε πάρει τόσο στα σοβαρά την κακοτυχία ενός φίλου του, εκείνος απάντησε: “Μόνο αυτή η τελευταία στεναχώρια μπορεί να εκδηλωθεί με δάκρυα, ενώ τα δύο πρώτα κακά ξεπερνούν κατά πολύ κάθε τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε κανείς να τα εκφράσει”.
Σχετικό ίσως με αυτήν την παρατήρηση είναι το εύρημα εκείνου του αρχαίου ζωγράφου που, έχοντας να απεικονίσει το πένθος των παρευρισκομένων στη θυσία της Ιφιγένειας ανάλογα με το βαθμό ενδιαφέροντος που ο καθένας τους έδειχνε για την θανάτωση εκείνης της όμορφης αθώας κόρης, όταν πια εξάντλησε τα τελευταία περιθώρια της τέχνης του, φτάνοντας στον πατέρα της κόρης, τον ζωγράφισε με το πρόσωπο καλυμμένο, λες και καμία όψη δεν ήταν σε θέση να αναπαραστήσει τέτοιο βαθμό οδύνης. Να γιατί οι ποιητές φαντάζονται τη Νιόβη, εκείνη την κατακαημένη μάνα, που έχασε πρώτα εφτά γιους και μετά ισάριθμες κόρες, να μεταμορφώνεται, εξουθενωμένη από τόσες απώλειες, σε βράχο,

πετρωμένη από τη συμφορά (ΟΒΙΔΙΟΣ – ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ)

ώστε να εκφράσουν αυτήν τη σκυθρωπή, βουβή και κουφή αποβλάκωση που μας αποσβολώνει, όταν τα ατυχήματα μάς πλακώνουν, υπερβαίνοντας την αντοχή μας.






ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ

ΔΟΚΙΜΙΑ
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ


Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια