Την αμάθεια, που από φυσικού υπήρχε μέσα μας, με την μακρόχρονη μελέτη, την επιβεβαιώσαμε και την αποδείξαμε.-MEΡΟΣ Α-ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ


 Την αμάθεια, που από φυσικού υπήρχε μέσα μας, με την μακρόχρονη μελέτη, την επιβεβαιώσαμε και την αποδείξαμε.  ΜΕΡΟΣ Α



[Ο άνθρωπος δεν έχει γνώση]

Είναι άραγε στο χέρι του ανθρώπου να βρει αυτό που ψάχνει; Αυτή η αναζήτηση της αλήθειας στην οποία ο άνθρωπος έχει εμπλακεί εδώ και τόσους αιώνες, τον πλούτισε μήπως με κάποια νέα ισχύ ή κάποια σταθερή αλήθεια; Τώρα επιτέλους είναι η ώρα να δούμε αυτό το ζήτημα.
Πιστεύω πως ο άνθρωπος θα μου ομολογήσει, αν μιλήσει με καθαρή συνείδηση, ότι όλη κι όλη η ωφέλεια που αποκόμισε από μια τόσο μακρόχρονη αναζήτηση, είναι πως έμαθε να αναγνωρίζει την αδυναμία του. Την αμάθεια, που από φυσικού υπήρχε μέσα μας, με την μακρόχρονη μελέτη, την επιβεβαιώσαμε και την αποδείξαμε. Συνέβη στους πραγματικά μορφωμένους ανθρώπους αυτό που συμβαίνει στα στάχυα· όλο και ψηλώνουν, όλο και τραβούν κατά πάνω, με το κεφάλι όρθιο και περήφανο, όσο είναι άδεια· όμως, όταν είναι γεμάτα και φουσκωμένα από ώριμα σπυριά, αρχίζουν να γέρνουν και να χαμηλώνουν τις κεραίες (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ).
Κατά τον ίδιο τρόπο, καθώς οι άνθρωποι προσπάθησαν και βυθομέτρησαν τα πάντα, δίχως να έχουν βρει (σε αυτόν το σωρό γνώσης και αποθήκευσης τόσων ποικίλων πραγμάτων) τίποτα ογκώδες και σταθερό και τίποτε άλλο εκτός από ματαιότητα, αποτίναξαν την οίησή τους και αναγνώρισαν τη φυσική τους κατάσταση.
Η μομφή που ο Βέλλειος αποδίσει στον Κόττα και στον Κικέρωνα είναι ότι είχαν μάθει από τον φιλόσοφο Φίλωνα πως δεν είχαν μάθει τίποτα.
Ο Φερεκύδης, ένας των επτά σοφών, γράφοντας στον Θαλή την ώρα που έβγαινε η πνοή του, λέει: “Έδωσα εντολή στους δικούς μου, αφού με θάψουν, να σου φέρουν τα κείμενά μου· αν ικανοποιούν τόσο εσένα όσο και τους άλλους σοφούς, δημοσίευσέ τα· αν όχι, εξαφάνισέ τα· δεν περιέχουν καμία βεβαιότητα που να ικανοποιεί εμένα τον ίδιο. Έτσι, δεν επαγγέλλομαι ότι γνωρίζω την αλήθεια και ότι την έφτασα. Περισσότερο αποκαλύπτω τα πράγματα,παρά τα ανακαλύπτω” (ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΗΣ, ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ).
Ο σοφότερος άνθρωπος που υπήρξε ποτέ [ο Σωκράτης], όταν ρωτήθηκε τι ήξερε, απάντησε ότι ένα πράγμα ήξερε, ότι δεν ήξερε τίποτα. Επιβεβαίωνε με αυτό τον τρόπο το λεγόμενο ότι το μεγαλύτερο κομμάτι αυτού που ξέρουμε είναι μικρότερο από το ελαχιστότατο κομμάτι αυτών που αγνοούμε.
Με λίγα λόγια, αυτά ακριβώς που νομίζουμε ότι ξέρουμε είναι ένα κομμάτι, πολύ μικρό μάλιστα, της άγνοιά μας.
Ξέρουμε τα πάντα στο όνειρό μας, λέει ο Πλάτων, και τα αγνοούμε στην πραγματικότητα.
Όλοι σχεδόν οι Αρχαίοι είπαν πως τίποτα δεν μπορούμε να καταλάβουμε, τίποτα ν’ αντιληφθούμε, τίποτα να μάθουμε: οι αισθήσεις μας είναι περιορισμένες, η νόηση μας αδύναμη, ο βίος μας βραχύς. 
(ΚΙΚΕΡΩΝ)
Για τον ίδιο τον Κικέρωνα, που στη μάθηση όφειλε όλη του την αξία, ο Βαλέριος λέει ότι στα γεράματά του είχε αρχίσει να μην έχει σε εκτίμηση τα γράμματα. Και όσον καιρό ασχολιόταν με το γράψιμο, το έκανε δίχως καμία δέσμευση έναντι καμίας φιλοσοφικής σχολής, ακολουθώντας ό,τι του φαινόταν πιθανό, πότε στη μια σχολή , πότε στην άλλη, παραμένοντας όμως διαρκώς υπό [τον περιορισμό] της αμφιβολίας [που δίδασκε η Πλατωνική] Ακαδημία: Πρέπει να μιλήσω, έτσι όμως που σε τίποτα να μην είμαι κατηγορηματικός· θα ψάξω τα πάντα, αμφιβάλλοντας για τα περισσότερα και δυσπιστώντας έναντι του εαυτού μου. (ΚΙΚΕΡΩΝ)
Θα μου ήταν πανεύκολη υπόθεση να περιοριζόμουν να εξετάσω τον άνθρωπο στη συνηθισμένη του κατάσταση και χονδρικά. Θα ήμουν δικαιολογημένος να το κάμω, σεβόμενος τον κανόνα του ανθρώπου, που κρίνει τη αλήθεια όχι από το βάρος των ψήφων, αλλά από τον αριθμό. Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τον λαό.
Που ροχαλίζει ξυπνητός
που η ζωή του νεκρή είναι, ας ζει κι ας βλέπει,
(ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)


που δεν έχει συνείδηση του εαυτού του, που διόλου δεν κρίνει τον εαυτό του, που αφήνει σε απραξία τις περισσότερες φυσικές του ιδιότητες. Θέλω να πάρω τον άνθρωπο στο ανώτατο επίπεδό του. Ας εξετάσουμε αυτόν το μικρό αριθμό έξοχων και διαλεκτών ανθρώπων, που προικισμένοι με όμορφα και ξεχωριστά φυσικά προσόντα, τα όξυναν και τα ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο με φροντίδα, μελέτη και τέχνη και τα ανέβασαν στο ψηλότερο σημείο σοφίας που μπορεί να φτάσουν. Δούλεψαν τις ψυχές τους με τρόπους που τις κρατούν ανοιχτές από κάθε πλευρά προς κάθε κατεύθυνση, τις στήριξαν με τη συνδρομή κάθε εξωτερικής βοήθειας που τους ταίριαζε και τις πλούτισαν και στόλισαν με όλα όσα μπόρεσαν να δανειστούν προς όφελός τους, από τα μέσα και τα έξω του κόσμου. Σε αυτούς τους ανθρώπους βρίσκεται η ύψιστη θα μορφή της ανθρώπινης φύσης. Αυτοί τακτοποίησαν τον κόσμο με θεσμούς και νόμους, αυτοί δίδαξαν τον κόσμο με τις τέχνες και τις επιστήμες τους και τον δίδαξαν επιπλέον με το παράδειγμα της θαυμαστής ηθικής τους ακεραιότητας. Δεν θα λάβω υπόψη μου άλλο από τη μαρτυρία και εμπειρία τέτοιων ανθρώπων. Ας δούμε ως που έφτασαν και σε ποια συμπεράσματα κατέληξαν. Τις ασθένειες και μειονεξίες που θα βρούμε σε τέτοια ομήγυρη, ο κόσμος θα μπορεί με παρρησία να ομολογήσει πως είναι δικές του.
Όποιος κάτι ψάχνει, καταλήγει στο σημείο να λέει πως το βρήκε ή πως δεν μπορεί να βρεθεί ή πως ακόμα το αναζητάει. 
(ΣΕΞΤΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ)
Όλη η φιλοσοφία χωρίζεται σε αυτά τα τρία είδη. Σκοπός της είναι να ψάξει για την αλήθεια, την γνώση, τη βεβαιότητα. Οι Περιπατητικοί, οι Επικούρειοι, οι Στωικοί και άλλοι νόμισαν πως την βρήκαν. Αυτοί θεμελίωσαν τις επιστήμες που έχουμε αποδεχτεί και ανέπτυξαν τη γνώση τους στο βαθμό της βεβαιότητας. Ο Κλιτόμαχος, ο Καρνεάδης και οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας απελπίστηκαν κατά την αναζήτησή τους και έκριναν πως η αλήθεια δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή με τις δυνάμεις που διαθέτει ο άνθρωπος. Η κατάληξή τους είναι [η αναγνώριση] της ανθρώπινης αδυναμίας και άγνοιας. Αυτή η σχολή είχε τους περισσότερους οπαδούς και τους ευγενέστερους θιασώτες.
Ο Πύρρων και οι άλλοι Σκεπτικοί ή Επέχοντες, που τα δόγματά τους αρκετοί αρχαίοι θεώρησαν πως προέρχονται από τον Όμηρο, τους Επτά Σοφούς, τον Αρχίλοχο, τον Ευριπίδη και στους οποίους συγκαταλέγουν τον Ζήνωνα, τον Δημόκριτο, τον Ξενοφάνη, λένε πως ακόμα αναζητούν την αλήθεια. Αυτοί κρίνουν πως οι φιλόσοφοι που νομίζουν ότι τη βρήκαν, λαθεύονται από άκρη σε άκρη. Και προχωρώντας περισσότερο προσθέτουν ότι η δεύτερη κατηγορία, δηλαδή οι φιλόσοφοι που είναι σχεδόν βέβαιοι πως οι ανθρώπινες δυνάμεις δεν είναι ικανές να φτάσουν την αλήθεια, πάσχουν από αναισχυντία και ματαιοδοξία. Γιατί ο καθορισμός του μέτρου της δύναμής μας, της γνώσης και κρίσης της δυσκολίας των πραγμάτων είναι σπουδαία και υπέρτατη γνώση, για την οποία αμφιβάλλουν πως ο άνθρωπος είναι ικανός.
Όποιος νομίζει πως τίποτα δεν ξέρουμε, αγνοεί επίσης αν ξέρουμε αρκετά για να υποστηρίξουμε πως τίποτα δεν ξέρουμε.
(ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)








ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΜΕΡΟΣ Β


ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΜΟΝΤΑΙΝΙ
ΔΟΚΙΜΙΑ
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ



Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια