Οταν ο Φίλιππος τους έγραψε: “Αν εισβάλω στην Λακωνική, θα σας διώξω”, εκείνοι του απάντησαν: “Αν”.-( ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ)


ΠΕΡΙ ΑΔΟΛΕΣΧΙΑΣ

( η ακατάσχετη ομιλία, αργολογία, κενολογία, ΦΛΥΑΡΙΑ)


Υπάρχουν τριών ειδών απαντήσεις που δίνονται στις ερωτήσεις· η αναγκαία, η ευγενική και η περιττή.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που ρωτήσει κάποιος αν είναι μέσα ο Σωκράτης, ένας μπορεί ν’ απαντήσει σαν να μην θέλει να το κάνει πρόθυμα: “Όχι, δεν είναι”. Αν θέλει ν’ ακολουθήσει τον Λακωνικό τρόπο μπορεί να παραλείψει το “δεν είναι” και να δώσει μόνο την απάντηση “Όχι”.


 Έτσι έκαναν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν τους έγραψε ο Φίλιππος ρωτώντας τους αν θα τον δέχονταν στην πόλη τους· του έγραψαν ένα μεγάλο “όχι” σ’ ένα χαρτί και του το έστειλαν.

 Κάποιος άλλος μπορεί ν’ απαντήσει πιο ευγενικά: “Δεν είναι μέσα αλλά στην τράπεζα”, και, αν θέλει να δώσει κάτι περισσότερο, μπορεί να προσθέσει: “Περιμένει κάποιους ξένους εκεί”.

 Όμως ο φορτικά πρόθυμος και φλύαρος, ειδικά αν τύχει να έχει διαβάσει τον Αντίμαχο, τον Κολοφώνιο, θα πει: “Δεν είναι μέσα, αλλά πήγε στην τράπεζα για να περιμένει κάποιους ξένους από την Ιωνία, για τους οποίους του έστειλε συστατική επιστολή ο Αλκιβιάδης, που βρίσκεται κάπου κοντά στη Μίλητο και μένει στον Τισσαφέρνη, ξέρετε, τον σατράπη του μεγάλου βασιλέα, που παλαιά βοηθούσε τους Σπαρτιάτες αλλά τώρα λόγω του Αλκιβιάδη, έχει πάει με τους Αθηναίους. Ο Αλκιβιάδης, δηλαδή, θέλει να ξαναγυρίσει στην πατρίδα, και για τούτο προσπαθεί να μεταστρέψει τον Τισσαφέρνη”.

Και θα λέει συνέχεια παραθέτοντας ολόκληρο το όγδοο βιβλίο του Θουκυδίδη και θα τον κατακλύσει τον άνθρωπο, και, μέχρι να τελειώσει, η Μίλητος θα έχει βρεθεί πάλι σε πόλεμο και ο Αλκιβιάδης θα έχει εξοριστεί για δεύτερη φορά. Ειδικότερα σε σχέση με την τάση αυτή, πρέπει κάποιος να περιορίζει τη φλυαρία σαν ν’ ακολουθεί την ερώτηση στα ίχνη της και περιγράφοντας την απάντηση σε κύκλο του οποίου κέντρο και ακτίνα θα είναι η ανάγκη του ερωτώντος.

 Έτσι, όταν ο Καρνεάδης, προτού αποκτήσει ακόμα μεγάλη φήμη, συζητούσε σε κάποιο γυμναστήριο, ο γυμνασίαρχος έστειλε να του ζητήσουν να χαμηλώσει τη φωνή του (ήταν, ως γνωστόν, πολύ μεγαλόφωνος). Όταν ο Καρνεάδης είπε: “Δώσε μου κάτι ως μέτρο της φωνής μου”, ο γυμνασίαρχος απάντησε έξυπνα: “Σου δίνω τον συνομιλητή σου”.

Έτσι και για όποιον δίνει απάντηση μέτρο ας είναι η επιθυμίες του ερωτώντος.

 Να χρησιμοποιήσουμε τη λογική μας ως προς τα αποτελέσματα της αντίθετης συμπεριφοράς, ακούγοντας πάντα, ενθυμούμενοι και έχοντας έτοιμα να χρησιμοποιήσουμε τα εγκώμια που αποδίδονται στην εχεμύθεια και τον σεμνό, ιερό και μυστηριακό χαρακτήρα της σιωπής, και χωρίς να ξεχνάμε επίσης ότι εκείνοι που λένε λίγα και καλοδουλεμένα λόγια και που μπορούν σε λίγες λέξεις να συμπυκνώσουν πολλά νοήματα θαυμάζονται και αγαπιούνται περισσότερο και θεωρούνται σοφότεροι από αυτούς τους αχαλίνωτους και παραφερόμενους φλύαρους.

Ο Πλάτων μάλιστα επαινεί τους τέτοιου είδους ανθρώπους, λέγοντας πως μοιάζουν με τους επιδέξιους ακοντιστές, γιατί αυτά που λένε είναι πλήρη, μεστά και συμπυκνωμένα.

Ο Λυκούργος, επίσης, αναγκάζοντας τους συμπολίτες του από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια ν’ αποκτήσουν αυτή τη δεινότητα μέσω της σιωπής, τους έκανε περιεκτικούς και λιτούς στην ομιλία.

Όπως, δηλαδή, οι Κελτίβηρες ατσαλώνουν το σίδερο θάβοντάς το στη γη και μετά καθαρίζοντας τη μεγάλη συσσώρευση του χώματος, έτσι και ο Λακωνικός λόγος δεν έχει περιττά περιβλήματα, αλλά, δουλεμένος με την αφαίρεση όλων των περισσευούμενων, ατσαλώνεται μέχρι που γίνεται απόλυτα αποτελεσματικός· αυτή τους η ικανότητα για αποφθέγματα και η ταχύτητα προς εύστροφες απαντήσεις είναι καρπός της πολλής σιωπής. Πρέπει μάλιστα να προβάλλουμε στους φλύαρους τα τέτοιου είδους υποδείγματα, ώστε να μπορέσουν να δουν πόση χάρη και δύναμη έχουν· φερ’ ειπείν: “Οι Λακεδαιμόνιοι στον Φίλιππο· ο Διονύσιος στην Κόρινθο”. Όπως επίσης όταν ο Φίλιππος τους έγραψε: “Αν εισβάλω στην Λακωνική, θα σας διώξω”, εκείνοι του απάντησαν: “Αν”.

Όταν ο βασιλιάς Δημήτριος αγανάκτησε και φώναξε: “Έναν πρεσβευτή έστειλαν σε μένα οι Σπαρτιάτες!” ο πρεσβευτής απάντησε ατάραχος: “Έναν σε έναν”.

Από τους παλαιούς, επίσης, θαυμάζονται οι ολιγόλογοι, και στο ιερό του Πυθίου Απόλλωνος οι Αμφικτύονες έγραψαν όχι την “Ιλιάδα” και την “Οδύσσεια” ούτε τους παιάνες του Πίνδαρου αλλά το “Γνώθι σαυτόν”, το “Μηδέν άγαν” και το “Εγγύα πάρα δ’ άτα”, θαυμάζοντας την πυκνότητα και τη λιτότητα της έκφρασης που περιέχει μέσα στη βραχυλογία ένα καλά σφυρηλατημένο νόημα.

Μήπως δεν αγαπάει και ο θεός ο ίδιος την περιεκτικότητα και τη συντομία στους χρησμούς του και δεν ονομάζεται Λοξίας επειδή αποφεύγει περισσότερο την πολυλογία απ’ ό,τι την ασάφεια;

Δεν θαυμάζονται και επαινούνται εξαιρετικά όσοι εκφράζονται συμβολικά, χωρίς να μιλήσουν;

Έτσι ο Ηράκλειτος, όταν οι συμπολίτες του τού ζήτησαν να εκφέρει γνώμη για την ομόνοια, ανέβηκε στο βήμα, πήρε ένα κύπελλο με κρύο νερό, πασπάλισε μέσα κρίθινο αλεύρι, το ανακάτεψε με φλισκούνι, το ήπιε κι έφυγε, δείχνοντάς τους έτσι πως το ν’ αρκούνται σ’ αυτό που τους βρίσκεται και το να μη χρειάζονται πολυτέλειες διατηρεί τις πόλεις σε ομόνοια και ειρήνη.

Ο Σκίλουρος, ο βασιλιάς των Σκυθών, άφησε πίσω του ογδόντα γιους· όταν πέθαινε πρόσταξε να του φέρουν δέσμη δοράτων και ζήτησε από τους γιους του να τα πάρουν και να τα σπάσουν έτσι όπως ήταν δεμένα όλα μαζί.

Όταν εκείνοι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια, πήρε ο ίδιος ένα ένα τα δόρατα και τα έσπασε εύκολα στα δύο, δείχνοντάς τους έτσι ότι η ενότητα και η ομόνοιά τους ήταν ισχυρό και ανίκητο πράγμα, ενώ η διάσπασή τους ασθενές και ασταθές.








ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΗΘΙΚΑ-ΤΟΜΟΣ 13
ΕΚΔΟΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια