ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ-ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΠΑΡΑΜΥΘΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ




Αν, νεαρέ μου κύριε, μόνος εσύ απ’ όλους,
όταν σε γένναγε η μάνα σου, δικαίωμα αποκτούσες
να κάνεις ό, τι θέλεις στη ζωή και να το πετυχαίνεις πάντα,
και τούτο κάποιος θεός μαζί σου αν το ’χε συμφωνήσει,
τότε σωστά αγανακτείς· στ’ αλήθεια σ’ εξαπάτησε
και άπρεπα σου φέρθηκε. Αν, όμως, με τους ίδιους νόμους
όπως και εμείς, πήρες την πρώτη σου ανάσα
απ’ τον κοινό σ’ όλους αέρα – για να σ’ τα πω κομμάτι
τραγικότερα -,
καλύτερα να το αντέξεις και να το κρίνεις με το νου.
Κοντολογίς, άνθρωπος είσαι,
κι από τον άνθρωπο κανένα πλάσμα γρηγορότερα
δεν πάει στα ύψη ούτε πάλι στην ταπείνωση.
Έτσι είναι όμως το σωστό· παρ’ ότι φύση αδύναμη πολύ,
με πράγματα μεγάλα καταπιάνεται
και, άμα πέσει, πολλά καλά συντρίβει.
Εσύ όμως, νεαρέ μου κύριε, δεν έχασες σπουδαία
αγαθά, κι οι τωρινές σου οι κακοτυχίες μέτριες είναι.
Χωρίς υπερβολές, λοιπόν, ό,τι μένει να ρθει ν’ αντέξεις.
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ




Αλλά, παρά το γεγονός ότι έτσι έχουν τα πράγματα, μερικοί, λόγω της ανοησίας τους, είναι τόσο αδιόρθωτοι και κενόδοξοι, ώστε μόλις λίγο εξυψωθούν είτε λόγω του μεγέθους της περιουσίας τους ή λόγω της σπουδαιότητας του αξιώματος τους ή λόγω κάποιας πολιτικής επιτυχίας ή λόγω των τιμών και της δόξας που απολαμβάνουν, απειλούν και προσβάλλουν τους κατώτερους, χωρίς να θυμούνται τον άστατο και αβέβαιο χαρακτήρα της τύχης αλλά ούτε και το γεγονός ότι τα υψηλά εύκολα ταπεινώνονται και ότι τα ταπεινά με τη σειρά τους υψώνονται, αλλάζοντας θέσεις με τις γρήγορες εναλλαγές της τύχης.
Επομένως, το να προσπαθεί κάποιος να βρει κάτι σίγουρο μέσα στα αβέβαια είναι γνώρισμα ανθρώπων που δεν αντιμετωπίζουν με ορθή λογική τις περιστάσεις. Γιατί,

καθώς γυρίζει ο τροχός, πότε το ένα τόξο
πάει πάνω και πότε το άλλο.

Το καλύτερο φάρμακο λοιπόν για τη θεραπεία της λύπης είναι η λογική και η μέσω αυτής προετοιμασία για όλες τις αλλαγές της ζωής.
Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει κάποιος όχι μόνο ότι αυτός ο ίδιος είναι φύση θνητή, αλλά επίσης ότι του έλαχε ζωή θνητή και συνθήκες οι οποίες εύκολα αλλάζουν προς το αντίθετο.
Τα σώματα των ανθρώπων είναι πράγματι θνητά και εφήμερα, και θνητά είναι επίσης, όλα όσα τους τυχαίνουν και όλα τους τα παθήματα και, μ’ ένα λόγο, τα πάντα στη ζωή, τα οποία

ούτε να τ’ αποφύγει ούτε να σωθεί από αυτά δεν γίνεται ο θνητός
(ΟΜΗΡΟΣ)
στο ελάχιστο, αλλά,

του ανείδωτου Ταρτάρου σε πιέζει ο βυθός
με τις σφυρήλατες ανάγκες,

όπως λέει ο Πίνδαρος. Για τούτο, εύστοχα ο Δημήτριος ο Φαληρεύς, όταν ο Ευριπίδης είπε ότι

η ευτυχία δεν είναι σταθερή αλλά εφήμερη,
και ότι

μικρά πράγματα μπορούν να φέρουν αλλαγή· μια μέρα
άλλα τα ρίχνει κάτω από ψηλά κι άλλα ψηλά τα σηκώνει

παρατήρησε πως σωστά τα τοποθετεί εν γένει ο Ευριπίδης, αλλά θα ήταν ακόμη πιο σωστά αν είχε πει όχι “μια μέρα” αλλά “μια στιγμή”.

Γιατί ίδιος είναι ο κύκλος στα καρποφόρα φυτά της γης
και στο γένος των ανθρώπων. Άλλων είναι σε αύξηση
η ζωή, μα άλλων παρακμάζει πάλι και θερίζεται.

Κάπου αλλού ο Πίνδαρος λέγοντας

Τι είναι κάποιος; Τι είναι κανείς; Όνειρο σκιάς
ο άνθρωπος,

χρησιμοποίησε πολύ ζωντανά και επιδέξια την υπερβολή αυτή, για να δηλώσει την ανθρώπινη ζωή. Τι πιο αδύναμο, δηλαδή, από τη σκιά; Το τι είναι το όνειρό της, μάλιστα, ούτε να το περιγράψει δεν μπορεί κανείς με σαφήνεια.
Υπό ανάλογο πνεύμα ο Κράντωρ, προσπαθώντας να παρηγορήσει τον Ιπποκλή για τον θάνατο των παιδιών του, λέει:
Η ίδια η αρχαία φιλοσοφία στο σύνολό της αυτά λέει και συμβουλεύει· κι αν σ’ αυτά υπάρχει κάτι που δεν παραδεχόμαστε, ωστόσο εκείνο τουλάχιστον που λέει ότι η ζωή είναι συχνά κοπιαστική και δύσκολη είναι απολύτως αληθινό.
Ακόμα, δηλαδή, κι αν δεν είναι έτσι από τη φύση, έχει όμως οδηγηθεί σε τέτοιο οικτρό σημείο από εμάς τους ίδιους.

Από πριν κιόλας, από την αρχή ακόμα της ζωής, η αβέβαιη αυτή τύχη μας συνοδεύει, και μάλιστα όχι για καλό, κι από τη στιγμή ακόμα της γέννησής μας συνδέεται μαζί μας μερίδιο κακού στα πάντα. Το ίδιο το σπέρμα της ζωής μας, δηλαδή, εξ αρχής θνητό καθώς είναι, μετέχει αυτής της αιτίας, λόγω της οποίας σέρνονται δίπλα μας η ατέλεια της ψυχής, οι ασθένειες, οι έγνοιες για τους προσφιλείς μας και η κοινή μοίρα των θνητών.
Γιατί όμως στρέψαμε τις σκέψεις μας προς αυτή την κατεύθυνση; Για να ξέραμε ότι η δυστυχία δεν είναι κάτι το καινούργιο για τον άνθρωπο αλλά ότι σε όλους μας έχει συμβεί κάτι ανάλογο.

Λέει ο Θεόφραστος: “Η τύχη είναι αστόχαστη και ικανότατη ν’ αρπάζει τους καρπούς των κόπων μας και ν’ ανατρέπει τη φαινομενική μας ευημερία, χωρίς να έχει συγκεκριμένη περίσταση που το κάνει”.

Ο Σιμωνίδης, ο λυρικός ποιητής, όταν ο Παυσανίας, ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, που συνεχώς καυχιόταν για τα κατορθώματά του, τον πρόσταξε κοροϊδευτικά να του απαγγείλει κάποια σοφή συμβουλή, αντιλαμβανόμενος την έπαρσή του, τον συμβούλεψε να θυμάται πως είναι άνθρωπος.
(ΑΙΛΙΑΝΟΣ)

Ο Φίλιππος, ο βασιλιάς των Μακεδόνων, έτυχε να λάβει τρεις καλές ειδήσεις ταυτόχρονα· η πρώτη, ότι νίκησε στους Ολυμπιακούς αγώνες στην αρματοδρομία, η δεύτερη, ότι ο Παρμενίων, ο στρατηγός του, είχε νικήσει σε μάχη τους Δαρδανείς, και η τρίτη, ότι η Ολυμπιάδα τού είχε γεννήσει αρσενικό παιδί· τότε, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και είπε: “Θεία τύχη, αντιστάθμισέ μου όλα τούτα με κάποια μικρή κακοτυχία”, καθώς γνώριζε καλά ότι είναι στη φύση της τύχης να φθονεί τις μεγάλες ευτυχίες.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

Ο Θηραμένης έγινε ένας από τους Τριάκοντα τυράννους στην Αθήνα, ενόσω δειπνούσε με μερικούς άλλους, το σπίτι στο οποίο βρίσκονταν κατέρρευσε, και ήταν ο μόνος που γλύτωσε τον θάνατο, και όλοι τον μακάριζαν· όμως εκείνος φώναξε δυνατά: “Τύχη, για ποια περίσταση άραγε με φυλάς;”
Λίγο καιρό μετά, θανατώθηκε με βασανιστήρια από τους συντρόφους του στην τυραννική εξουσία.
ΞΕΝΟΦΩΝ


Ο ποιητής φαίνεται πως έχει εξαιρετική επιτυχία στους παρηγορητικούς λόγους, στο σημείο όπου βάζει τον Αχιλλέα να μιλάει στον Πρίαμο, ο οποίος έχει έρθει να προσφέρει λύτρα για τον Έκτορα, λέγοντας τα παρακάτω:
Έλα, λοιπόν, στον θρόνο κάθισε, και ας αφήσουμε τις
λύπες
να κατακαθίσουν στην ψυχή μας, μόλο που είμαστε
πικραμένοι,
γιατί από τον πικρό θρήνο δεν βγαίνει τίποτα.
Έτσι, δηλαδή, για τους δυστυχείς θνητούς όρισαν οι θεοί
να ζούνε πικραμένοι· οι ίδιοι όμως είναι δίχως βάσανα.
Δυο πιθάρια βρίσκονται, άλλωστε, στο κατώφλι του Δία
με τα δώρα που προσφέρει, το ένα με δυστυχίες, το άλλο
με καλά·
σ’ όποιον ο Δίας, που χαίρεται με τους κεραυνούς, δώσει
ανάμεικτα, αυτόν πότε τον βρίσκουν τα κακά και πότε τα
καλά·
σ’ όποιον δώσει από τα δεινά, αυτόν τον κάνει
καταφρονεμένο
και αθλιότητα καταστροφική πάνω στη θεία γη τον κυνηγά
και γυρνάει χωρίς να δέχεται τιμές από θεούς ή από
ανθρώπους
(ΟΜΗΡΟΣ, ΙΛΙΑΣ)

Ο Ησίοδος, μολονότι ανακήρυττε τον εαυτό του μαθητή των Μουσών, έρχεται μετά τον Όμηρο σε φήμη και στον χρόνο, και κλείνει κι αυτός τα κακά σε πιθάρι, βάζοντας την Πανδώρα να το ανοίγει και να σκορπάει το πλήθος τους πάνω σε στεριές και θάλασσες. Μιλάει κατ’ αυτό τον τρόπο:

Αλλά η γυναίκα, βγάζοντας με τα χέρια του πιθαριού το
μέγα σκέπασμα,
τα σκόρπισε, κι η σκέψη της αυτή βάσανα στους
ανθρώπους έφερε βαριά.
Μόνη η Ελπίδα, στην ανέπαφη κατοικία της
έμεινε μέσα, κάτω από το χείλος του πιθαριού, κι έξω
δεν βγήκε, γιατί προτού ξεφύγει έβαλε πάλι το σκέπασμα
του πιθαριού.
Κι άλλες μύριες συμφορές γυρνούν τώρα στον κόσμο.
Γεμάτη είναι η γη από δεινά, γεμάτη και η θάλασσα·
αρρώστιες βρίσκουν τους ανθρώπους, άλλες τη μέρα, άλλες
τη νύχτα,
που έρχονται από μόνες τους, φέρνοντας δυστυχίες στους
θνητούς
σιωπηλά, γιατί ο Δίας ο σοφός τους πήρε τη λαλιά.
(ΗΣΙΟΔΟΣ)

Παραπλήσια με τα παραπάνω λόγια είναι και αυτά του κωμικού ποιητή, ο οποίος λέει στην περίπτωση εκείνων που θλίβονται υπερβολικά για τέτοιες συμφορές:

Αν ήταν τα δάκρυά μας φάρμακο για τις δυστυχίες
κι αν όποιος έκλαιγε κάθε φορά λυτρώνονταν από τον πόνο,
θα δίναμε χρυσάφι ν’ αγοράζαμε τα δάκρυα.
Τώρα, όμως, όσα συμβαίνουν δεν νοιάζονται ούτε
προσέχουν κάτι τέτοια,
αφέντη μου, αλλά τον ίδιο δρόμο,
είτε κλαις είτε δεν κλαις, ακολουθούν.
Τι παραπάνω λοιπόν πετυχαίνουμε; Τίποτα. Η λύπη
τα δάκρυα γεννάει, όπως τα δέντρα τους καρπούς.
(ΦΙΛΗΜΩΝ)






ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

ΗΘΙΚΑ
ΤΟΜΟΣ 3



ΕΚΔΟΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια