Τα βήματα του μεθυσμένου (LEONARD MLODINOW) | Μέρος Α'



Τα βήματα του μεθυσμένου (LEONARD MLODINOW) | Μέρος Α'


Το 1814, ο Πιερ-Σιμόν ντε Λαπλάς έγραψε: Αν μια διάνοια γνώριζε, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, όλες τις δυνάμεις που ζωογονούν τη φύση και τη θέση όλων όσων την απαρτίζουν- αν επιπλέον η διάνοια αυτή ήταν τόσο μεγάλη ώστε να μπορεί και να υποβάλει αυτά τα δεδομένα σε ανάλυση- τότε θα μπορούσε να περικλείσει στον ίδιο μαθηματικό τύπο τις κινήσεις των μεγαλύτερων σωμάτων του σύμπαντος και αυτές των μικρότερων ατόμων: γι' αυτή τη διάνοια τίποτα δεν θα ήταν αβέβαιο, και το μέλλον, όπως και το παρελθόν, θα ήταν φανερό μπροστά στα μάτια της. Με αυτά τα λόγια ο Λαπλάς εξέφραζε μια θέση που ονομάζεται «ντετερμινισμός» (ή αλλιώς «αιτιοκρατία»): είναι η άποψη ότι η τωρινή κατάσταση του κόσμου καθορίζει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο θα εκτυλιχθεί το μέλλον.




Στην καθημερινή μας ζωή ο ντετερμινισμός συνεπάγεται έναν κόσμο όπου οι προσωπικές μας ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά οποιασδήποτε συγκεκριμένης κατάστασης ή οποιουδήποτε περιβάλλοντος οδηγούν κατευθείαν και αδιαμφισβήτητα σε συγκεκριμένες συνέπειες. Είναι ένας κόσμος απόλυτης τάξης, ένας κόσμος όπου όλα μπορούν να προβλεφθούν και να υπολογιστούν. Για να αληθεύει όμως το όνειρο του Λαπλάς, θα πρέπει να ικανοποιούνται αρκετές προϋποθέσεις. 
1. οι νόμοι της φύσης θα πρέπει να υπαγορεύουν ένα συγκεκριμένο μέλλον, και εμείς θα πρέπει να γνωρίζουμε αυτούς τους νόμους. 
2.πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε δεδομένα που περιγράφουν πλήρως το σύστημα που μας ενδιαφέρει, ώστε να αποκλείονται απρόβλεπτες επιδράσεις. 
3. πρέπει να διαθέτουμε επαρκή διανοητική ή υπολογιστική ισχύ ώστε να μπορούμε να αποφανθούμε, με βάση τα δεδομένα για το παρόν, τι προβλέπουν οι νόμοι ότι επιφυλάσσει το μέλλον.


Από την ύστερη Αναγέννηση μέχρι τη Βικτωριανή εποχή πολλοί λόγιοι οι οποίοι μελέτησαν τις ανθρώπινες υποθέσεις συμμερίζονταν την πίστη του Λαπλάς στον ντετερμινισμό. Εμπνεόμενοι συχνά από την επιτυχία της νευτώνειας φυσικής, πίστευαν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορεί να προβλεφθεί με την ίδια αξιοπιστία που προβλέπονται άλλα φυσικά φαινόμενα.


Τη δεκαετία του 1960 ένας μετεωρολόγος ονόματι Έντουαρντ Λόρεντζ προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την πιο πρωτοποριακή τεχνολογία της εποχής του (έναν πρωτόγονο υπολογιστή) για να εφαρμόσει το πρόγραμμα του Λαπλάς στο περιορισμένο πεδίο των καιρικών φαινομένων. Αν δηλαδή ο Λόρεντζ τροφοδοτούσε τη θορυβώδη μηχανή του με δεδομένα για τις ατμοσφαιρικές συνθήκες της εξιδανικευμένης Γης του σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τότε η μηχανή του, εφαρμόζοντας τους γνωστούς νόμους της μετεωρολογίας, θα υπολόγιζε και θα εκτύπωνε διάφορες σειρές από αριθμούς που θα αντιπροσώπευαν τις καιρικές συνθήκες σε μελλοντικούς χρόνους.


Μια μέρα ο Λόρεντζ αποφάσισε να επεκτείνει μια συγκεκριμένη προσομοίωση σε ακόμα μεταγενέστερο χρόνο. Αντί να επαναλάβει όλο τον υπολογισμό από την αρχή, αποφάσισε να συντομεύσει τη διαδικασία ξεκινώντας τον από τη μέση. Για να το κάνει αυτό, χρησιμοποίησε σαν αρχικές συνθήκες δεδομένα που είχαν εκτυπωθεί κατά την προηγούμενη προσομοίωση. Ο Λόρεντζ περίμενε ότι ο υπολογιστής θα αναπαρήγε τα υπόλοιπα αποτελέσματα της προηγούμενης προσομοίωσης, και στη συνέχεια θα επεξέτεινε τον υπολογισμό. Αντί γι' αυτό, όμως, διαπίστωσε κάτι παράξενο: η πρόβλεψη του καιρού είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Αντί να αναπαραχθούν τα τελευταία αποτελέσματα της προηγούμενης προσομοίωσης, τα νέα αποτελέσματα διέφεραν σημαντικά απ αυτά. Ο Λόρεντζ δεν άργησε να ανακαλύψει την αιτία: στη μνήμη του υπολογιστή τα δεδομένα αποθηκεύονταν με ακρίβεια έξι δεκαδικών ψηφίων, αλλά στην εκτύπωση εμφανίζονταν μόνο τα τρία πρώτα ψηφία. Συνεπώς, τα δεδομένα που είχε εισαγάγει διέφεραν ελαφρά από αυτά της προηγούμενης προσομοίωσης. Για παράδειγμα, ένας αριθμός όπως ο 0,293416 εμφανιζόταν απλώς σαν 0,293.    


Συχνά οι επιστήμονες θεωρούν ότι αν οι αρχικές συνθήκες ενός συστήματος μεταβληθούν ελάχιστα, η εξέλιξη του συστήματος θα μεταβληθεί κι αυτή ελάχιστα. Όπως ανακάλυψε όμως ο Λόρεντζ, τέτοιες μικρές αποκλίσεις στα αρχικά δεδομένα οδηγούσαν σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα. Το φαινόμενο ονομάστηκε  "ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ", ονομασία που υποδηλώνει ότι ατμοσφαιρικές μεταβολές τόσο μικρές που θα μπορούσαν να έχουν προκληθεί από το φτερούγισμα μιας πεταλούδας μπορούν να επηρεάσουν δραστικά τις μελλοντικές καιρικές συνθήκες σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η ιδέα μπορεί να ακούγεται παράλογη- είναι σαν να λέμε ότι η μία παραπάνω κούπα καφέ που θα πιούμε ένα πρωί θα οδηγήσει σε συγκλονιστικές αλλαγές στη ζωή μας. ΚΙ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΟΝΤΩΣ συμβαίνει μπορεί, για παράδειγμα, το γεγονός ότι καθυστερήσατε για να πιείτε αυτή την κούπα να είναι η αιτία που συναντηθήκατε στον σταθμό του τρένου με τη μέλλουσα σύζυγό σας ή που αποφύγατε να σας χτυπήσει ένα αυτοκίνητο που παραβίασε το κόκκινο. Στην πραγματικότητα, και η ίδια η ιστορία του Λόρεντζ αποτελεί ένα παράδειγμα του φαινομένου της πεταλούδας, αφού αν δεν είχε πάρει αυτή την ασήμαντη απόφαση να επεκτείνει χρονικά τους υπολογισμούς του συντομεύοντας τη διαδικασία, δεν θα είχε ανακαλύψει το φαινόμενο της πεταλούδας μια ανακάλυψη που δημιούργησε έναν ολόκληρο νέο κλάδο στα μαθηματικά. Όταν ανατρέχουμε στα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής μας και τα εξετάζουμε λεπτομερώς, συχνά εντοπίζουμε παρόμοια φαινομενικά επουσιώδη τυχαία γεγονότα που οδήγησαν σε μεγάλες αλλαγές.


Ο ντετερμινισμός στις ανθρώπινες υποθέσεις δεν πληροί τις απαιτήσεις προβλεψιμότητας που έθεσε ο Λαπλάς, για διάφορους λόγους. 
1. εξ όσων γνωρίζουμε, η κοινωνία δεν διέπεται από καθορισμένους και θεμελιώδες νόμους, όπως συμβαίνει με τη φυσική. Αντίθετα, η συμπεριφορά των  ανθρώπων όχι μόνο δεν είναι προβλέψιμη, αλλά, όπως έδειξαν επανειλημμένα οι Κάνεμαν και Τβέρσκυ, συχνά είναι ανορθολογική (με την έννοια ότι ενεργούμε ενάντια στο συμφέρον μας). 
2. ακόμη κι αν μπορούσαμε να ανακαλύψουμε τους νόμους που διέπουν τις ανθρώπινες υποθέσεις, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε επακριβώς ή να ελέγξουμε τις εκάστοτε συνθήκες της ζωής. Δηλαδή, όπως και ο Λόρεντζ, δεν μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας τα ακριβή δεδομένα που απαιτούνται για να κάνουμε προβλέψεις. Και
 3. οι ανθρώπινες υποθέσεις είναι τόσο περίπλοκες, που ακόμη κι αν κατανοούσαμε τους νόμους και διαθέταμε τα δεδομένα είναι αμφίβολο αν θα μπορούσαμε να εκτελέσουμε τους απαραίτητους υπολογισμούς. 
Κατά συνέπεια, ο ντετερμινισμός είναι ένα μοντέλο ακατάλληλο για την ανθρώπινη εμπειρία. Με άλλα λόγια, όπως έχει πει ο νομπελίστας Μαξ Μπορν: " Η τύχη είναι πιο θεμελιώδης έννοια από την αιτιότητα".


Το αποτέλεσμα είναι ότι, μολονότι μπορούν να εντοπιστούν στατιστικές κανονικότητες στα κοινωνικά δεδομένα, εντούτοις το μέλλον συγκεκριμένων ατόμων είναι αδύνατο να προβλεφθεί· όσον αφορά τα προσωπικά επιτεύγματά μας, την εργασία μας, τους φίλους μας ή τα οικονομικά μας, όλοι μας οφείλουμε στην τύχη πολύ περισσότερα απ' όσα συνήθως συνειδητοποιούμε.


 Θα ξεκινήσουμε  ερευνώντας ένα ερώτημα που φαίνεται να αντιβαίνει σε αυτή την ιδέα: αν είναι όντως χαοτικό και απρόβλεπτο το μέλλον, τότε γιατί, αφού έχουν πια συμβεί κάποια γεγονότα, έχουμε συχνά την εντύπωση ότι θα μπορούσαμε να τα είχαμε προβλέψει;


Σε περίπλοκες αλληλουχίες γεγονότων, όπου το κάθε γεγονός εκτυλίσσεται με, κάποιο στοιχείο αβεβαιότητας, υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμμετρία μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Αυτή η ασυμμετρία υπήρξε αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης ήδη από την εποχή που ο Μπόλτσμαν ανέλυσε στατιστικά τις μοριακές διεργασίες στις οποίες οφείλονται οι ιδιότητες των ρευστών. Φανταστείτε, για παράδειγμα, ένα μόριο χρωστικής  που αιωρείται μέσα σ’ ένα ποτήρι νερό. Το μόριο αυτό  θα ακολουθήσει τον βηματισμό του μεθυσμένου. Ακόμα και σε μια τέτοια άσκοπη κίνηση, όμως, υπάρχει εξέλιξη προς κάποια κατεύθυνση. Για παράδειγμα, μετά από τρεις ώρες το μόριο θα έχει απομακρυνθεί περίπου δυόμισι εκατοστά από το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή το μόριο φτάνει σε μια σημαντική θέση και προσελκύει επιτέλους την προσοχή μας.


Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ερευνούμε το παρελθόν του μορίου. Πιο συγκεκριμένα, ας υποθέσουμε ότι καταγράφουμε όλες τις προηγούμενες κρούσεις του. Θα ανακαλύψουμε τότε πράγματι πώς αρχικά αυτή η σύγκρουση μ’ ένα μόριο νερού και μετά η άλλη έκαναν το μόριο χρωστικής να ακολουθήσει την τεθλασμένη πορεία του από το ένα σημείο στο άλλο. Με άλλα λόγια, εκ των ΥΣΤΕΡΩΝ  μπορούμε να εξηγήσουμε με σαφήνεια γιατί το παρελθόν του μορίου χρωστικής εξελίχθηκε όπως εξελίχθηκε. Το νερό όμως περιέχει πολλά ακόμη μόρια που θα μπορούσαν να είναι εκείνα που αλληλεπέδρασαν με το μόριο χρωστικής. Συνεπώς, αν θέλαμε να προβλέψουμε τη διαδρομή του μορίου χρωστικής εκ των προτέρων θα έπρεπε να υπολογίσουμε τις διαδρομές και τις αλληλεπιδράσεις όλων αυτών των δυνητικά καθοριστικών μορίων νερού. Η διαδικασία αυτή θα απαιτούσε έναν σχεδόν ασύλληπτο όγκο μαθηματικών υπολογισμών, πολύ μεγαλύτερης έκτασης και δυσκολίας σε σχέση με τη λίστα των κρούσεων που χρειάζονται για να κατανοήσουμε το παρελθόν. Με άλλα λόγια, ήταν ουσιαστικά αδύνατο να προβλέψουμε την κίνηση του μορίου χρωστικής προτού αυτή λάβει χώρα, μολονότι ήταν σχετικά εύκολο να την κατανοήσουμε εκ των υστέρων.


Αυτή η θεμελιώδης ασυμμετρία είναι ο λόγος που στην καθημερινή μας ζωή το παρελθόν μοιάζει συχνά τόσο προφανές, παρότι ΔΕΝ θα μπορούσαμε να το είχαμε προβλέψει.  Έτσι, το μέλλον είναι δύσκολο να προβλεφθεί, αλλά το παρελθόν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό.


Οι άνθρωποι αποτυγχάνουν συστηματικά να διακρίνουν τον ρόλο της τύχης στην επιτυχία διαφόρων εγχειρημάτων ή στην επιτυχημένη πορεία ανθρώπων. Προσφέρουμε αυτόματα τον σεβασμό μας σε σούπερ-σταρ μεγαλοεπιχειρηματίες, πολιτικούς και ηθοποιούς, και σε οποιονδήποτε ταξιδεύει με ιδιωτικό τζετ, λες και τα επιτεύγματα τους αντανακλούν απαραιτήτως μοναδικές αρετές τις οποίες στερούνται όσοι είναι αναγκασμένοι να τρώνε το φαγητό που προσφέρεται στις εμπορικές πτήσεις.


Οι ιστορικοί που ασχολούνται επαγγελματικά με τη μελέτη του παρελθόντος, αντιμετωπίζουν εξίσου δύσπιστα με τους θετικούς επιστήμονες την ιδέα ότι τα γεγονότα εκτυλίσσονται κατά τρόπο προβλέψιμο.


Αν και κατά μία έννοια αυτή η άποψη αποτυπώνεται στην απαξιωτική έκφραση «μετά Χριστόν προφήτης», εντούτοις συχνά συμπεριφερόμαστε σαν μην ισχύει. Η μελέτη της τυχαιότητας μας διδάσκει ότι η θέαση των γεγονότων μέσα από την κρυστάλλινη σφαίρα είναι δυστυχώς εφικτή μόνο αφότου αυτά συμβούν. Κι έτσι θεωρούμε ότι ξέρουμε γιατί τα πήγε καλά μια ταινία, γιατί εκλέχτηκε ένας υποψήφιος, ξέσπασε μια καταιγίδα, έπεσε μια μετοχή, έχασε μια ποδοσφαιρική ομάδα, απέτυχε ένα νέο εμπορικό προϊόν ή επιδεινώθηκε η κατάσταση ενός ασθενούς· ωστόσο αυτού του είδους η ειδική γνώση είναι «κούφια», με την έννοια ότι δεν μας βοηθάει σχεδόν καθόλου να προβλέψουμε πότε θα τα πάει καλά μια ταινία, πότε θα εκλεγεί ένας υποψήφιος, θα ξεσπάσει μια καταιγίδα, θα πέσει μια μετοχή, θα χάσει μια ποδοσφαιρική ομάδα, θα αποτύχει ένα νέο προϊόν ή θα επιδεινωθεί η κατάσταση ενός ασθενούς.


Είναι εύκολο να επινοούμε ιστορίες που ερμηνεύουν το παρελθόν ή να αποδεχόμαστε με σιγουριά αμφίβολα σενάρια για το μέλλον. Τέτοια εγχειρήματα κρύβουν παγίδες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα αποφεύγουμε- μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να προστατευτούμε από τα σφάλματα που πηγάζουν από τη διαίσθησή μας. Μπορούμε να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε με δυσπιστία τόσο τις ερμηνείες όσο και τις προφητείες. Μπορούμε να εστιάζουμε περισσότερο στην ικανότητά μας να αντιδρούμε στα γεγονότα βασιζόμενοι σε ικανότητες όπως η ευελιξία, η αυτοπεποίθηση, το θάρρος και η επιμονή, παρά να επαναπαυόμαστε στην ικανότητά μας να τα προβλέψουμε. Μπορούμε ακόμα να αποδίδουμε μεγαλύτερη σημασία στην άμεση εντύπωση που μας προκαλεί κάποιος παρά στις πολυδιαφημισμένες προγενέστερες επιδόσεις του.


Με αυτούς τους τρόπους μπορούμε να αποφύγουμε να διαμορφώσουμε κρίσεις εντός του αυτοματοποιημένου ντετερμινιστικού μας πλαισίου.


Στα περίπλοκα συστήματα (στα οποία συμπεριλαμβάνω και την ανθρώπινη ζωή) πρέπει να αναμένουμε ότι παράγοντες ήσσονος σημασίας, τους οποίους συνήθως μπορούμε να αγνοήσουμε, θα πυροδοτήσουν μερικές φορές γεγονότα  μεγίστης  σημασίας από καθαρή τύχη.


Γνωστή ως «θεωρία των κανονικών ατυχημάτων», η θεωρία του Πέρροου περιγράφει πώς συμβαίνει αυτό δηλαδή πώς είναι δυνατόν να συμβούν ατυχήματα χωρίς σαφείς αιτίες, χωρίς εκείνα τα εξόφθαλμα λάθη και τους ανίκανους φταίχτες που αναζητούν οι εταιρικές ή οι κυβερνητικές επιτροπές έρευνας. Ωστόσο, αν και η θεωρία των κανονικών ατυχημάτων εξηγεί γιατί, αναπόφευκτα, τα πράγματα κάποια στιγμή θα στραβώσουν, θα μπορούσε να απαντήσει και στο αντίθετο ερώτημα: γιατί, αναπόφευκτα, μερικές φορές τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Διότι σ’ ένα περίπλοκο εγχείρημα, ανεξάρτητα από το πόσες φορές θα αποτύχουμε, αν συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας, συχνά υπάρχουν αρκετές πιθανότητες τελικά να πετύχουμε.


Το ίδιο φαινόμενο έχουν παρατηρήσει και ερευνητές κοινωνιολόγοι. Μια ομάδα, για παράδειγμα, μελέτησε τις αγοραστικές συνήθειες καταναλωτών σε αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν πολιτιστική βιομηχανία - βιβλία, ταινίες, έργα τέχνης, μουσική. Κατά την παραδοσιακή αντίληψη που επικρατεί στη συγκεκριμένη αγορά, η επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητα πρόβλεψης των προτιμήσεων των καταναλωτών. Μελετούν το παρελθόν και, όπως εξηγήσαμε, δεν δυσκολεύονται να εντοπίσουν για ποιους λόγους προέκυψε η οποιαδήποτε επιτυχία προσπαθούν να ερμηνεύσουν. Στη συνεχεία, επιχειρούν να την αναπαραγάγουν.


 Υπάρχει όμως και μια άλλη οπτική γωνία, μια μη ντετερμινιστική αντίληψη, κατά την οποία υπάρχουν άφθονα ποιοτικά αλλά άγνωστα βιβλία, όπως και τραγουδιστές και ηθοποιοί - αυτό που κάνει κάποιους να ξεχωρίζουν είναι σε μεγάλο βαθμό μια «συνωμοσία» από τυχαίους, δευτερεύοντες παράγοντες - δηλαδή η τύχη. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, τα στελέχη που κάνουν τη δουλειά τους με τον κλασικό τρόπο απλώς χάνουν τον χρόνο τους.






ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥ



LEONARD MLODINOW
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια