Α μερος. Αλλά οι άνθρωποι μοχθούν παρασυρμένοι από μια πλάνη . (Henry D. Thoreau)



Έχω ζήσει περίπου τριάντα χρόνια πάνω στον πλανήτη αυτό κι ακόμα δεν έχω ακούσει ούτε μια συλλαβή πολύτιμης, ή έστω σοβαρής, συμβουλής από τους μεγαλύτερούς μου. | Μέρος Α' (Henry D. Thoreau)






Βλέπω νεαρούς άνδρες, συχωριανούς μου, που είχαν την ατυχία να κληρονομήσουν αγροκτήματα, σπίτια, αποθήκες, ζωντανά και γεωργικά εργαλεία. Και λέω ατυχία, γιατί τα πράγματα αυτά πιο εύκολα τα αποκτά κανείς παρά τα ξεφορτώνεται. Καλύτερα όλοι αυτοί να είχαν γεννηθεί σε απέραντα βοσκοτόπια και να τους είχε βυζάξει λύκαινα- τότε θα έβλεπαν πιο καθαρά σε τι λογής χωράφι τους είχε πέσει ο κλήρος να μοχθούν για την υπόλοιπη ζωή τους.
Ποιος τους έκανε σκλάβους της γης; Γιατί θα πρέπει να ταλαιπωρούνται καθημερινά με τα διακόσια στρέμματά τους, αφού στο τέλος αυτό που αναλογεί στον καθένα μας δεν είναι παρά το κομματάκι γης στο οποίο θα τον θάψουν; Γιατί θα πρέπει να ξεκινούν να σκάβουν το λάκκο τους από τη στιγμή που έρχονται σ’ αυτό τον κόσμο; Πρέπει, λέει, να ζούμε τη ζωή μας αντρίκεια, να κουβαλάμε όλα εκείνα που έχουμε φορτωθεί, να τα βγάζουμε πέρα όσο καλύτερα μπορούμε.
Πόσες και πόσες δύστυχες αθάνατες ψυχές δεν έχω συναντήσει, ανήμπορες σχεδόν να ανασάνουν, πλακωμένες από το αβάσταχτο φορτίο τους, να αργοσέρνονται στο μονοπάτι της ζωής κουβαλώντας στις πλάτες τους μια ολόκληρη αποθήκη είκοσι μέτρα επί δέκα, ένα στάβλο του Αυγεία που ποτέ δεν καθαρίζεται, και μαζί τετρακόσια στρέμματα γης, χωράφια, βοσκοτόπια και δάση! Οι άκληροι, εκείνοι που αγωνίζονται χωρίς όλα αυτά τα άχρηστα κληρονομημένα βάρη, μήπως κι αυτοί δεν κοπιάζουν, και με το παραπάνω, κι ας μην έχουν να φροντίσουν τίποτα άλλο πέρα από τα λίγα κυβικά εκατοστά της σάρκας τους;
Αλλά οι άνθρωποι μοχθούν παρασυρμένοι από μια πλάνη. Το μεγαλύτερο κομμάτι τους σύντομα θα λιώσει και θα ανακατευτεί με το χώμα, θα γίνει λίπασμα. Εξαιτίας μιας τάχα μοίρας, που οι πολλοί την αποκαλούν ανάγκη, δουλεύουν, όπως λέει ένα παλιό βιβλίο, για να μαζέψουν πλούτη που θα τους τα φάει το σαράκι και η σκουριά, που θα τους τα κλέψουν οι ληστές. Είναι μια ζωή που μόνο στους ανόητους ταιριάζει, και θα το καταλάβουν κι οι ίδιοι μόλις φτάσουν στο τέλος της, αν τυχόν και δεν προλάβουν να το μάθουν πριν. Ο μύθος λέει πως ο Δευκαλίων και η Πύρρα δημιούργησαν το γένος των ανθρώπων πετώντας πέτρες πίσω τους:
«Inde genus durum sumus, experiensque laborum, Et documenta damus qua simus origine nati»* (ΟΒΙΔΙΟΣ)
Ή αλλιώς, όπως το αποδίδει πολύ όμορφα ο Ράλεϊ
«Κι από τότε η γενιά μας σκληρή σαν πέτρα έχει καρδιά, πόνους και βάσανα υπομένει,
δείχνοντας πως και η σάρκα μας είναι από πέτρα γεννημένη.»

Αυτά λοιπόν παθαίνει όποιος δείχνει τυφλή υπακοή στους ανεύθυνους χρησμούς των μαντείων και αρχίζει να πέτα πίσω του χωρίς να γυρίσει να δει που πέφτουν.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και σε αυτή τη σχετικά ελεύθερη χώρα, εξαιτίας της άγνοιάς τους ή από κάποιο μοιραίο λάθος, τόσο πολύ βουλιάζουν στις πλασματικές τους έγνοιες και στη σκληρή κι όμως περιττή χειρωνακτική εργασία, που γίνονται ανίκανοι να τρυγήσουν τους εκλεκτούς καρπούς της ζωής. Τα δάχτυλά τους έχουν γίνει αδέξια και τρέμουν από την πολλή δουλειά, έτσι που τους είναι άχρηστα για οτιδήποτε άλλο. Η αλήθεια είναι πως στον εργαζόμενο δεν απομένει καθόλου χρόνος για κοινωνική αξιοπρέπεια. Δεν έχει την πολυτέλεια να διατηρεί ούτε τις απολύτως απαραίτητες σχέσεις με τους συνανθρώπους του, από φόβο μήπως ο χρόνος που θα χάσει γίνει αιτία να υποτιμηθεί η εργασία του στην αγορά. Δεν του μένει καιρός για να είναι τίποτε παραπάνω από μια μηχανή. Πώς μπορεί να αναρωτηθεί για την άγνοιά του - πράγμα απαραίτητο για να μπορέσει να αναπτυχθεί - εκείνος που τόσο συχνά βρίσκεται αναγκασμένος να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του; Κανονικά θα έπρεπε πού και πού να τον ταΐζουμε και να τον ντύνουμε δωρεάν, καθώς και να τον σκλαβώνουμε με τις φιλοφρονήσεις μας, αντί να τον κρίνουμε. Όπως τα άνθη των οπωροφόρων, έτσι και τα εκλεκτότερα από τα χαρίσματα της ανθρώπινης φύσης μας δεν αντέχουν παρά μόνο στο πιο απαλό άγγιγμα. Κι όμως, ούτε στους εαυτούς μας ούτε στους συνανθρώπους μας φερόμαστε με την τρυφερότητα που πρέπει.

Κάποιοι από εσάς, το ξέρουμε όλοι, είστε φτωχοί, η ζωή σας είναι δύσκολη, κάποιες φορές νιώθετε σαν να πνίγεστε. Δεν έχω αμφιβολία πως ορισμένοι από εσάς που διαβάζετε το βιβλίο αυτό αδυνατείτε να πληρώσετε όλα εκείνα τα γεύματα που έχετε ήδη καταναλώσει ή να αντικαταστήσετε τα πανωφόρια και τα παπούτσια σας που φθείρονται μέρα με τη μέρα, αν δηλαδή δεν έχουν ήδη φθαρεί. Έχετε φτάσει ως τη σελίδα αυτή θέλοντας να σκοτώσετε λίγο από το δανεισμένο ή κλεμμένο χρόνο σας, να ξεκλέψετε άλλη μια ώρα από τους πιστωτές σας. Χάρη στις δικές μου εμπειρίες μπορώ και βλέπω ολοκάθαρα πόσο ταπεινές, πόσο λαθραίες είναι οι ζωές πολλών από εσάς: πάντα στα όρια, πάντα να πασχίζετε να μπείτε στην παραγωγή και να βγείτε από τα χρέη. Είναι ο ίδιος εκείνος πανάρχαιος ζυγός που οι Λατίνοι αποκαλούσαν oes alienum, δηλαδή "ο χαλκός των άλλων", μια και κάποια από τα νομίσματά τους ήταν φτιαγμένα από χαλκό. Διαρκώς υπόσχεστε να πληρώσετε αύριο, πάντοτε αύριο, ενώ σήμερα πεθαίνετε στην ψάθα. Διαρκώς ψάχνετε τρόπους να κερδίσετε την εύνοια των άλλων μήπως και αρπάξετε κάποιον πελάτη, με οποιονδήποτε τρόπο, φτάνει να μην αποτελεί ποινικό αδίκημα: λέτε ψέματα, κολακεύετε, ψηφίζετε. Συρρικνώνετε τον εαυτό σας ώσπου να γίνει ένα μικρό κουκούτσι από καθαρή αβροφροσύνη ή τον φουσκώνετε μέχρι να γίνει αραιός αιθέρας γενναιοδωρίας, μήπως και καταφέρετε και πείσετε το γείτονά σας να σας επιτρέψει να του φτιάξετε τα παπούτσια, το καπέλο, το παλτό, την άμαξα ή να εισάγετε τα τρόφιμά του. Αρρωσταίνετε προσπαθώντας να εξοικονομήσετε μερικά χρήματα για την ημέρα που θα αρρωστήσετε. Λίγα νομίσματα για να τα κρύψετε σ'ένα παλιό μπαούλο, σε μια τρύπα στον τοίχο τυλιγμένα μέσα σε μια κάλτσα ή, για ακόμα μεγαλύτερη ασφάλεια, πίσω από τα τείχη της τράπεζας. Δεν έχει σημασία πού θα τα παραχώσετε, δεν έχει σημασία αν θα είναι πολλά ή λίγα.



Walden ή Η Ζωή στο δάσος
Henry D. Thoreau




Δεν υπάρχουν σχόλια